Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

Δημήτριος ο άγιος.


Όσοι μεγαλώσαμε στη Θεσσαλονίκη έχουμε μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με τον Άγιο Δημήτριο. Από μικρά παιδιά άπειρες φορές περνάμε μπροστά από το ναό που δεσπόζει πάνω από την πλατεία Αριστοτέλους στην ίδια ευθεία με τη αρχαία αγορά.

Οι μέρες αυτές της μνήμης του είναι πολύ ιδιαίτερες για τη Θεσσαλονίκη. Δεν είναι μόνο που οι εορτάοντες είναι πολλοί σε τούτη την πόλη, είναι που όλοι οι θεσσαλονικείς νιώθουμε πως ένας πολύ δικός μας άνθρωπος γιορτάζει. Κι αυτός είναι ο ίδιος ο άγιος.

Σήμερα το πρωί πήγα στη Θεία Λειτουργία της παραμονής στο ναό του πολιούχου. Κόσμος αρκετός περίμενε να προσκυνήσει τη λάρνακα με τα λείψανα του αγίου καθώς και την εικόνα της Παναγίας. Κάθε χρόνο μια άλλη εικόνα της Παναγίας συντροφεύει τον άγιο τις μέρες της γιορτής του.

Ο άγιος Δημήτριος είχε τα πάντα. Από δόξα, εξουσία, ομορφιά, μέλλον. Τα έβαλε όλα στην άκρη. Πίστεψε με τρόπο απόλυτο πως άλλα είναι τα όμορφα και τα σπουδαία. Μίλησε για την πίστη του στο Χριστό με θάρρος. Άγγιξε τις καρδιές των νέων που τον άκουγαν. Ήταν ζωντανό παράδειγμα. Όχι λόγια. Όχι κηρύγματα. Όχι ρητορίες. Ήταν βίωμα. Ήταν η ανατροπή σε ένα περιβάλλον που προσπαθούσε να βρει τρόπους επιβίωσης. Ο κύκλος όμως είχε κλείσει.

Καθώς έβλεπα τα όσα συνέβαιναν στο ναό όσο διαρκούσε η λειτουργία σκεφτόμουν πως όλα εκεί μέσα ήταν ξένα προς τον άγιο. Ίσως το μόνο δυνατό ήταν η πίστη όλων αυτών των απλών καθημερινών ανθρώπων που έκαμαν το σταυρό τους μπροστά στο λείψανο του αγίου. Όλα τα υπόλοιπα έθος ίσως χωρίς καμία άλλη διάσταση.

Φεύγοντας είδα να περιμένουν τα αγήματα, τα πυροβόλα κι άλλα παρόμοια για τη λιτανεία, για το μεγαλειώδες της ημέρας. Λες και η μέρα χρειάζεται όλα αυτά για να είναι μεγαλειώδης. Νομίζω κάπου εκεί στα σκαλοπάτια είδα το Νέστορα να χαζεύει και να χαμογελάει που μετά από τόσους αιώνες ακόμη δεν καταλάβαμε τίποτα ούτε από το μαρτύριο του αγίου , ούτε κι από τη δική του νίκη κατά του Λιαίου. 

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Μακάριοι οι ειρηνοποιοί




Τον Ιωάννη δεν τον έχω συναντήσει ποτέ από κοντά. Έχουμε κατά καιρούς ανταλλάξει μηνύματα και έχουμε μιλήσει τηλεφωνικά για θέματα που αφορούσαν τόσο τις σπουδές του όσο και την ενασχόληση του με τον ακτιβισμό. 

Χθες εμφανίστηκε στην οθόνη μου αυτή η φωτογραφία. Ομολογώ πως δεν κατάλαβα από την αρχή ποιος είναι. Ένιωσα φρίκη βλέποντας τα αίματα και τις μελανιές. Διάβασα το δημοσίευμα στο tvxs. Κάποιοι μάγκες έδειξαν την μαγκιά τους στα σκοτεινά και με την σιγουριά της αριθμητικής υπεροχής. Κοινώς τζάμπα μάγκες. 

Η αστυνομία έχει την απόλυτη ευθύνη να τους βρει. Η τοποική κοινωνία να θωρακιστεί από τέτοιου είδους άτομα που αμαυρώνουν μια ολόκληρη πόλη. Ξάφνου ούτε όλοι στο Ρέθυμνο μαυρίζουν στο ξύλο τον κάθε περαστικό, ακόμη κι αν αυτός διαφέρει από τους ίδιους. Η ολοκληρωτικές αντιλήψεις κάποιων δήθεν προοδευτικών που βαφτίζουν τους κρητικούς συλλήβδην φασίστες, τραμπούκους και άλλα παρόμοια είναι το ίδιο και ίσως περισσότερο φασιστικές. 

Σε κάτι τέτοιες στιγμές θα πρέπει να ξυπνάει μέσα μας η συλλογική ευθύνη των αιτίων κάθε πράξης βίας. Από το σπίτι μας, το νηπιαγωγείο της γειτονιάς μας, το Πανεπιστήμιο της πόλης μας, τις πλατείες της χώρας μας. Κανένας δεν γεννήθηκε με το ρόπαλο στο χέρι. Κάποιος, κάποιοι για λόγους διάφορους του το έβαλαν στο χέρι και τώρα "όποιον πάρει ο χάρος". 

Η δημοσιοποίηση του περιστατικού μπορεί να έχει πολλαπλές αναγνώσεις. Προσωπικά κρατώ μία από αυτές. Όσο θα βλέπω αυτή τη φωτογραφία τόσο θα παλεύω για την εξάλλειψη κάθε μορφής βίας από όπου κι αν αυτή πηγάζει και σε όποιον κι αν κατευθύνετα. Αυτή είναι η διδασκαλία του Χριστού, ακόμη κι αν κι εμείς που τον διδάσκουμε το έχουμε ξεχάσει : "«Μακάριοι οι ειρονοποιοί ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται».

Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

Συναξάρι των πόλεων...(ή λόγος περί αλλαγής φύλου)



Σήμερα το απόγευμα την ώρα που πήγαινε ο ήλιο να χαθεί πάνω από την πόλη θέλησα να πάω έναν μικρό περίπατο εδώ στη γειτονιά μου. Άρχισα να κατεβαίνω προς το σταθμό των τραίνων. Ο δρόμος με έφερε μπροστά από την εκκλησία των Αγίων Πάντων. Είχα πολλά χρόνια να μπω μέσα. Ας ανάψω σκέφτηκα ένα κερί. Η εκκλησία άδεια και μόνο τα καντήλια και η μυρωδιά από το καμένο λιβάνι έκαναν την ατμόσφαιρα να είναι αλλιώτικη από εκείνη του δρόμου εκεί έξω. Κάθησα λίγο σε ένα στασίδι και είπα μερικές κουβέντες προσευχής, 

Φεύγοντας μέσα στο ημίφως είδα μια φιγούρα που με παρατηρούσε. Κοίταξα καλύτερα. Ένα πρόσωπο γνωστό, μα πολύ πιο γερασμένο από τότε που το θυμάμαι. Ο πατήρ Κωνσταντίνος για χρόνια πολλά εφημέριος του ναού. Πήγα κοντά του κι έσκυψα να του φιλήσω το χέρι. Δεν με άφησε. Του είπα πως τον θυμάμαι παιδί όταν λειτουργούσε και μίλαγε. Τον θαύμαζα και σκεφτόμουν τη στιγμή που θα γίνω σαν εκείνον. Το πρόσωπο του παππούλη ήταν τόσο γαλήνιο και τόσο γελαστό. Με πήρε από το χέρι και με οδήγησε έξω από την εκκλησία. Καθήσαμε σε ένα παγκάκι. 

"Εδώ έξω πρέπει να είμαστε οι παπάδες γιε μου. Στον κόσμο που τρέχει από το πρωί ίσαμε τη νύχτα. Να τους χαμογελάμε και να τους ευλογάμε να έχουν κουράγιο". Ολόκληρο το ευαγγέλιο του Χριστού σε μια κουβέντα. Το ωραιότερο κήρυγμα σε ένα παγκάκι. Είπαμε πολλά με τον παππού. Θυμηθήκαμε τον π. Ευγένιο, τον δεσπότη μας το Δινύσιο κι άλλους πολλούς. Έφτασε η κουβέντα και στο νόμο για την αλλαγή φύλου. "Άκου γιε μου. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε το σταυρό μας. Κι όλοι παιδιά του Θεού είμαστε. Μακάρι οι νόμοι να άλλαζαν το μυαλό του κόσμου. Παιδεία θέλει ο κόσμος για να δείξει σέβας στον άλλο. Θα σου πω μια δική μου ιστορία. Μια μέρα καθόμουν πάλι εδω σε τούτο το παγκάκι. Δίπλα καθόταν μια παρέα από αγόρια. Σε λίγο από μπροστά μας πέρασε ο Βασίλης. Το Βασιλάκι τον ήξερα από μωρό σαράντα ημερών. Μου τον είχε φέρει η μάνα του να τον σαραντίσω. Καλό παιδί. Ικανός και έξυπνος. Από παιδάκι καταλάβαινες πως ετούτο μέσα του κρύβει ένα κορίτσι. Η φωνή, οι κινήσεις ακόμη και ο χαρακτήρας ήταν αλλιώτικος από των άλλων αγοριών. 

Κάποια μέρα ήρθε και μου μίλησε. Κόντευε τα 14. Έκλαιγε συνέχεια. Δεν το θελε αλλά δεν μπορούσε αλλιώς. Δεν ήθελε να είναι αγόρι. Βαρέθηκε να τον κοροϊδεύουν. Τον άφησα να τα πεί όλα. Να κλάψει όση ώρα ήθελε. Δεν είπα τίποτα εγώ. Μόνο να έρχεται και να μου μιλάει του ζήτησα. 

Πέρασαν τα χρόνια κι ο Βασίλης είχε κάνει την επιλογή του μια για πάντα. Γυναικείο ντύσιμο, γυναικείο όνομα. Χαθήκαμε. Είχε φύγει για πολλά χρόνια από την πόλη. Γύρισε όταν πια η μάνα του έπεσε στο κρεβάτι κι έπρεπε να της σταθεί. 

Η παρέα των αγοριών που μάλλον την ήξεραν, όταν την είδαν να περνάει άρχισαν τα γνωστά δήθεν αντρικά. Εκείνη δεν γύρισε να κοιτάξει και συνέχισε να περπατά. Τα βλέματα μας διασταυρώθηκαν. "Μη δίνεις σημασία. Κι εμένα με κορόϊδευαν επειδή έγινα παπάς. Γιατί ήμουν διαφορετικός από εκείνους. Όπως είσαι κι εσύ χαρά μου". Ήρθε να μου φιλήσει το χέρι. "Τα παιδιά φιλάνε τον πατέρα τους στο μάγουλο" της είπα και αγκαλιαστήκαμε εκεί μπροστά στο δρόμο, με την παρέα των αγοριών να έχουν χάσει τη λαλιά τους". Τι να τον κάνω εγώ γιε μου τον νόμο του Κράτους, όταν είμαι απαίδευτος και αγροίκος. 

Έφυγα, έχοντας την αίσθηση πως κάπως έτσι θα είναι οι ιστορίες σε ένα σύγχρονο συναξάρι των πόλεων...

Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Προσευχή δεκαπενταυγούστου!



"Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε, Γεθσημανῆ τῷ χωρίῳ, κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα, καὶ σύ, Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα".

Ήρθαμε σήμερα που είναι η μέρα η μεγάλη της Κοίμησης σου Παναγία μου, για να προσκυνήσουμε τη Χάρη σου. Και σαν τους Αποστόλους που έφτασαν εκεί στη Γεθσημανή για να κηδεύσουν το σώμα σου, κι εμείς εδώ μπροστά στο τίμιο και ιερό εικόνισμα σου ήρθαμε να αποτήσουμε φόρο τιμής στη μεγάλη Μάνα μας, η οποία καταφέρνει να συνδέσει τον ουρανό με τη γη , το Θεό με τους ανθρώπους, το αιώνιο με το εφήμερο.

Πόσοι και πόσοι ποιητές και υμνογράφοι, δεν σε ύμνησαν και δεν σε τραγουδησαν με ύμνους περίτεχνους και μονδικούς. Άγιοι και ασκητές, βασιλείς και στραλητές, γνωστοί και άγνωστοι, αμαρτωλοί και δίκαιοι δεν αφιέρωσαν στη χάρη σου θυσαυρούς πολύτιμους μα και δάκρυα βγαλμένα μέσα από τη μετάνοια και την προσευχή.

Και να τώρα κι εμείς εδώ μπροστά στο νεκροκρέβατο σου Παναγιά μου, κοιτάζουμε το ιλαρό πρόσωπο σου και ταξιδεύουμε νοερά στη γη την αγία, που δέχτηκε τα βήματα σου, τους αναστεναγμούς και τα δάκρυα σου. Γονατίζουμε μπροστά σου, από ευλάβεια αλλά και από το βάρος που κουβαλάμε ο καθένας από εμάς μέσα στην ψυχή του. Το βάρος των παθών και των αστοχιών μας. Το βάρος της καθημερινής μας βιωτής σε έναν κόσμο που όλο και περισσότερο χάνει το ύψιστο αγαθό της αγάπης και της ειρήνης.

Ετούτες τις μέρες η γιορτή σου Παναγιά μου έγινε αιτία και αφορμή να έρθουν τα παιδιά σου, τα παιδιά μας, εδώ στον τόπο μας τον μικρό κι ευλογημένο. Φωνές παιδικές, γέλια, παιχνίδια ακούστηκαν παντού και τα πρόσωπα όλων μας λάμπουν γιατί η ζωή μόνο λάμψη και χαμόγελο μπορεί να φέρει. Και σαν ερχόταν το σούρουπο φωνές γλυκές έπιαναν να ψάλλουν τον κανόνα σου τον παρακλητικό. “Δέσποινα καὶ Μήτηρ τοῦ Λυτρωτοῦ, δέξαι παρακλήσεις, ἀναξίων σῶν ἱκετῶν, ἵνα μεσιτεύσῃς, πρὸς τὸν ἐκ σοῦ τεχθέντα· ὦ Δέσποινα τοῦ κόσμου, γενοῦ μεσίτρια”. Και αλήθεια σε ψάλλαμε μέσα από τα τρίσβαθα της καρδιάς μας. Και κάθε μέρα όλο και περισσότερο οι φωνές μελωδικές ανέβαιναν ψηλά στον ουρανό για να σε συναντήσουν και να σου μεταφέρουν την αγωνία μας, τον πόνο μας, τα πάθη μας, τις αστοχίες μας, το σταυρό μας, τις αδυναμίες μας. Κι εκεί που νομίζαμε πως τούτα τα βάρη είναι πιότερα από το κουράγιο μας, ένα αεράκι “ως δρόσος Αερμόν” ερχόταν για να στεγνώσει τα δάκρυα και να δώσει κουράγιο κι απαντοχή για το αύριο.

Και να τώρα εγώ ο ιερέας σου στέκομαι εδώ μπροστά σου για να κλείσω τούτη τη μέρα την πανηγυρική και πανσεβάσμια για να μιλήσω για τα εξαίσια και υπερκόσμια της χάριτος σου. Μα που λόγια ικανά να περιγράψουν το μεγαλείο της δικής σου πανάγιας προσωπικότητας. Λίγος και μικρός για μια τόσο μεγάλη διακονία.

Όμως ικέτης και δεόμενος θα κάνω το λόγο μου, λόγο προσευχιτικό, ικετήριο και παρακλητικό για να σε συνοδεύσω στο ταξίδι που εσύ καθημερινά κάνεις ακούραστα και αγόγγιστα ανάμεσα μας.

Έρχομαι μαζί σου Παναγιά μου, εκεί που η ελπίδα είναι έτοιμη να σβήσει. Στα κρεβάτια των παιδιών σου που η αρρώστεια και ο πόνος τους γονατίζει. Σβήσε τον πυρετό από τα μέτωπα τους και πάρε τον πόνο από τα σώματα τους.

Έρχομαι μαζί σου εκεί στα ανήλιαγα σοκάκια. Εκεί που πουλάνε τον θάνατο για παράδεισο. Έναν τόσο ψεύτικο και τόσο εφήμερο παράδεισο που κάνει παιδιά νέα, να χάνουν τα νειάτα και τη ζωή τους μέσα από τα χέρια τους.

Έρχομαι μαζί σου εκεί που η φωτιά και ο πόλεμος αφήνει πίσω του την καταστροφή, την ορφάνια, την προσφυγιά. Σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια της μάνας, του πατέρα, του παιδιού που θρηνεί βλέποντας το θάνατο να τους ακουμπάει.

Έρχομαι μαζί σου εκεί που το ανθρώπινο σώμα γίνεται αντικείμενο φτηνό. Εκεί που για λίγα χρήματα καταρακώνεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Εκεί που η εκμετάλευση της ανάγκης για επιβίωση οδηγεί ανθρώπινα πρόσωπα να γίνονται σκεύη ηδονής.

Έρχομαι μαζί σου στα χωράφια να συναντήσουμε τον κάμματο των παιδιών σου, που με ιδρώτα πολύ προσπαθούν να αναστήσουν μέσα από τη γη τους καρπούς που θα δώσουν ζωή στον κόσμο.

Έρχομαι μαζί στις φυλακές να παρηγορήσουμε και να δώσουμε κουράγιο σε εκείνα τα παιδιά σου που έχασαν τον προσανατολισμό τους. Σε ακούω που τους μιλάς για το ληστή που πήρε μαζί του στον Παράδεισο ο γιός σου μονάκριβος και ανάβει πάλι μέσα στη ματιά τους η σπίθα της ελπίδας.

Έρχομαι μαζί σου μέσα στα εργαστήρια όπου νύχτα και μέρα ψάχνουν για εκείνα τα μέσα που θα γιατρεύουν και θα απαλήνουν, θα θεραπεύουν τη φθορά και την αρρώστεια.

Έρχομαι μαζί σου να συναντήσουμε όσους έχουν κάνει φίλο τους τη βία και την τρομοκρατία, που στο όνομα κάποιου δικού τους Θεού σκορπίζουν το θάνατο και τον τρόμο. Μίλησε μέσα στις καρδιές τους και φώτισε το σκοτάδι της φανατισμένης τους διάνοιας.

Μη με ρωτάς αν κουράστηκα Παναγιά μου σε τούτο το ταξίδι μέσα στον κόσμο. Όσο θα σε ακολουθώ , η κούραση δεν πρόκειται να αγγίξει το σώμα μου. Αλλά ακόμη κι αν αυτό συμβεί το ξέρω πως θα με πάρεις στην αγκαλιά σου την μητρική για να μπορέσω να συνεχίσω να παρακαλώ και να ικετεύω, να ευχαριστώ και να δοξολογώ.

Ο χρόνος ελάχιστος, ανίκανος να χωρέσει όλα όσα θα θέλαμε σε εσένα την Κυρία των Αγγέλων για να σου πούμε. Τώρα μένει στον καθένα από εμάς σε τούτη την πανίερη στιγμή απλά να σε κοιτάξουμε λίγο πριν φύγεις για να σταθείς δίπλα στον Κύριο μας, για να ζητήσουμε να είσαι η πρέσβειρα και μεσήτρια μπροστά στον δίκαιο Κριτή.

Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν, μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων, παρακαλῶ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐν τάχει”. ΑΜΗΝ

Κοκκαλού. 15 Αυγούστου 2017





Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Έτοιμοι για δράση : "Ζωστείτε την αλήθεια..."



Αντίθετα απ΄ ό,τι σκέπτονται πολλοί ή πιστεύουν, μια περίοδος πνευματικής προσπάθειας (στη διάρκεια ας πούμε, της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ή σε μια ευκαιρία περισυλλογής) είναι περίοδος χαράς, γιατί ο χρόνος αυτός είναι χρόνος επιστροφής. Είναι ο χρόνος που μπορεί να δώσει την ευκαιρία ν΄ αποτινάξουμε από μέσα μας κάθετι το φθαρτό και νεκρό, ακριβώς για να μπορέσουμε να ζήσουμε. Και μάλιστα να ζήσουμε  μια ζωή πλατιά, συνειδητή και έντονη για την οποία και είμαστε πλασμένοι. 

Αν δεν αξιωθούμε να νιώσουμε αυτού του έιδους την χαρά, θα οδηγηθούμε σε μια τερατώδη και βλάσφημη γελοιογραφία της, πράγμα που γίνεται όταν στο όνομα του Θεού κάνουμε τη ζωή μας μαρτύριο. Ένα μαρτύριο και για εμάς τους ίδιους και για εκείνους που καλούνται να πληρώσουν τις συνέπειες της κάθε άστοχης προσπάθειας μας για αγιότητα. 

Ίσως φανεί παράξενο, αλλά αυτή η αντίληψη της χαράς συνδυασμένη με την εντατική προσπάθεια, με την άσκηση και τον σκληρό αγώνα, είναι εκείνη που ζωογονεί όχι μόνο την πνευματική μας ζωή, αλλά και τη ζωή της Εκκλησίας, τη ζωή του Ευαγγελίου. Και αποτελεί την προϋπόθεση για την κατάκτηση της Βασιλείας του Θεού: γιατί η Βασιλεία του Θεού δεν είναι κάτι που δίνεται, αλλά κάτι που κατακτιέται!

Δεν δίνεται σε εκείνους που αβασάνιστα ή νωχελικά την περιμένουν να έρθει. Και γι΄ αυτούς βέβαια, σίγουρα θα έρθει. Θα έρθει όμως "καταμεσίς της νύχτας". Θα έρθει σαν κρίση του Θεού, σαν τον κλέφτη που μας βρίσκει στον ύπνο, σαν τον νυμφίο που έρχεται όταν οι μωρές παρθένες κοιμούνται. Βέβαια, αυτός κάθε άλλο παρά είναι ο τρόπος για να περιμένουμε τη Βασιλεία του Θεού και την Κρίση. 

Πρέπει να ξαναβρούμε τον σωστό τρόπο, αντλώντας από τα τρίσβαθα της ψυχής μας, για να ξανανιώσουμε τη χαρούμενη προσδοκία της ώρας του Κυρίου, παρά το γεγονός ότι έχουμε χάσει τη συνήθεια να κάνουμε κάτι τέτοιο και παρά το ότι γνωρίζουμε πολύ καλά πως η ώρα αυτή θα είναι και ώρα κρίσης. 

Anthony Bloom 
"Πορεία και συνάντηση" 
ΟΔΕΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΓΝΗΣΙΟΤΗΤΑ
Εκδόσεις Εν Πλω

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Ολοι για ένα χάδι...


Εδώ κι ένα χρόνο έχω έναν όμορφο σκύλο. Τον είπα Αργύρη γιατί τον βρήκα απένανατι από την εκκλησία των αγίων Αναργύρων που είμαι εφημέριος. Ήταν μέσα σε μια λακούβα και γύρω του άλλα τρία νομίζω κουτάβια που ήταν τα αδέρφια του. Εμείς δίπλα στης Μένης πίναμε καφέ. Τα κοίταξα ώρα πολύ και σχεδόν ήμουν σίγουρος πως ένα από τα κατούβια θα το έβαζα στη στενότερη οικογένεια μου. Πήγα κοντά. Με ακολούθησε κι ο Θέμης. Κατάλαβε πως ήμουν έτοιμος να διαλέξω. “Αρσενικό να πάρεις” άκουσα τη φωνή του. Χαμογέλασα, μάλλον γιατί δεν κατάλαβα ποια θα ήταν η διαφορά. Με μια γρήγορη κίνηση ο Θέμης μου έδειξε τον Αργύρη. Έγινε του λέω. Αυτό θα πάρω.

Δεν ζω στο χωριό. Έρχομαι μόνο τα σαββατοκύριακα. Όλη την υπόλοιπη εβδομάδα είμαι στη Θεσσαλονίκη. Ο Αργυράκος ήταν η παρέα μου τα βράδυα του Σαββάτου που πήγαινα στο μικρό μου διαμέρισμα μετά τον εσπερινό και την συνάντηση μελέτης με τους ενορίτες μου. Η παρουσία του ήταν μια απίστευτη εμπειρία. Πολλές φορές σκεφτόμουν αν εγώ νιώθω έτσι για ένα τετράποδο πλάσμα πόσο γεμάτοι θα νιώθουν όσοι μεγαλώνουν τα παιδιά τους και τα βλέπουν να μεγαλώνουν.

Ένα χρόνο μετά ο Αργύρης έχει γίνει γίγαντας. Τρέχει, παίζει, γαυγίζει και τελευταίως ερωτεύεται. Ακριβώς. Έφτασε πριν λίγους μήνες στο χωριό η “ελαφίνα”. Έτσι την είπαν τα κορίτσια του χωριού. Μικροκαμωμένη, με γαλανά ματάκια, και μυτούλα ροζ. Μοντέλο. Φοβισμένη πολύ τον πρώτο καιρό. Κανείς δεν ήξερε πως έφτασε μέχρι εδώ. Μάλλον κάποιος που την βαρέθηκε στην πόλη μας την άφησε. Δεν πειράζει. Εδώ είναι λιμάνι. Αγκαλιά. Η χαρά του Θεού. Μια ζωγραφιά του Παραδείσου.

Κι ο Αργυράκος έπεσε στα δίχτυα της μικράς. Τον έχασα από την αυλή. Νύχτα μέρα απο πίσω της. Κι εκείνη ο απόλυτος κυριάρχος του παιχνιδιού. Κάθε φορά που τον έβλεπα να έρχεται ίσα ίσα για να φάει και να ξεκουραστεί σκεφτόμουν πως τελικά όλοι οι νέοι είναι ίδιοι. Μπροστά στον έρωτα τίποτα δεν τους νοιάζει.

Χθες βράδυ μάλλον το αγόρι ήταν πολύ κουρασμένο. Από νωρίς ήρθε και ξάπλωσε μπροστά από την πόρτα. Είχε αρχίσει να βρέχει κι απολάμβανα τον ήχο της βροχής σε απόλυτη αρμονία με τη σιωπή της νύχτας. Ο Αργυράκος εκεί δίπλα στα πόδια μου αναστέναζε. Ποιος ξέρει. Ίσως να ονειρευόταν την καλή του. Ίσως και κάτι άλλο. Έκσυψα κι άρχισα να τον χαϊδεύω ενώ ταυτόχρονα τον πείραζα. Συνέλαβα τον εαυτό μου να του μιλάω όπως ίσως θα μιλούσα στο γιο μου για το πρώτο του κορίτσι. Νομίζω περισσότερο τον πείραζα. Ο Αργυράκος δεν έλεγε να κουνηθεί από τη θέση του. Απολάμβανε το χάδι, την αγάπη ακόμη και το δούλεμα. Ξάφνικα ένιωσα πως όλα τα πλάσματα του Θεού πεθαίνουμε για ένα χάδι. Για ένα χέρι που θα απλώσει πάνω μας όλη εκείνη την ενέργεια που θα κάνει το σώμα μας να ανατριχιάσει.

Καθήσαμε έτσι ώρα πολύ. Ο Αργύρης κοιμόταν ακούγοντας τη βροχή, νιώθοντας το χάδι μου, και βλέποντας στο όνειρο του την “ελαφίνα” να του χαμογελάει. Κι εγώ ήμουν χαρούμενος που ο Θεός μου χαρίζει τόσες, μα τόσες ευλογίες, εδώ στη δική μου ζωγραφιά του Παραδείσου!


Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Ο φίλος


Κύριε, ο φίλος σου ο Λάζαρος είναι νεκρός...

Το πρόσωπο του Ιησού ξάφνου άλλαξε. Μια γαλήνια θλίψη απλώθηκε και τα μάτια βούρκωσαν στο άκουσμα της είδησης.

Είχαν φτάσει στη Βηθανία και οι δυο αδερφές του φίλου του, η Μάρθα και η Μαρία δεν μπορούσαν να σταματήσουν το θρήνο. Κύριε γιατί άργησες να έρθεις και δεν πρόλαβες τον αγαπημένο μας αδερφό;

Τις κράτησε για ώρα πολύ στην αγκαλιά του και τις έλεγε λόγια παρηγορίας. Δεν πέθανε αλλά κοιμάται, όπως και οι άλλοι που γύρισαν από το θάνατο στη ζωή.

Έχουν περάσει τέσσερις μέρες. Ήδη θα έχει αρχίσει να μυρίζει ακούει ο Κύριος να ψυθιρίζουν όσοι είναι κοντά στον τάφο του φίλου του. Μα εκείνος τώρα ατάραχος και γαλήνιος στέκει εκεί μπροστά με τα μάτια καρφωμένα στον ουρανό, σε έναν σιωπηλό διάλογο με τον Πατέρα.

“Λάζαρε βγες έξω” ακούγεται η φωνή του Ιησού από τη Ναζαρέτ. Φωνή Κυρίου επάνω στο θάνατο και τη φθορά. Δεν σταματά το Θεό ούτε κι αυτός ακόμη ο θάνατος.

Και να ο Λάζαρος δίπλα στο φίλο και στις αδερφές του κλαίει με δάκρυα χαράς κι ευγνωμοσύνης. Ιησού μου, φίλε αγαπημένε τι άλλο θαυμαστό άραγε έχεις να μας δείξεις;


Κι ο Κύριος εσιώπα...