Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

Ημερολόγιο Χριστουγέννων vol. 2


Χριστούγεννα 1997. Νέα Ιωνία του Βόλου. Ενορία Απ. Πέτρου και Παύλου. Από τον Απρίλιο εφημέριος και Ιερατικώς Προϊστάμενος του ναού. Ενορία μικρή και σχετικά φτωχή. Το ποσοστό ανεργίας στα ύψη και οι προοπτικές κάποιας αλλαγής ελάχιστες. Είναι η εποχή που μια από τις μεγαλύτερες εταιρίες κλείνει με αποτέλεσμα ολόκληρες οικογένειες να μένουν στο δρόμο. Λίγο πριν τη χειροτονία μου και το διορισμό μου ο τότε Μητροπολίτης Δημητιάδος Χριστόδουλος με κάλεσε για να μου ανακοινώσει την απόφαση του για την πρώτη μου ενορία. “Θέλω να ξέρεις πως θα πας σε κόσμο φτωχό και με πολλές ανάγκες” μου είπε κοιτάζοντας με στα μάτια. “Μα για τους φτωχούς δεν γινόμαστε παπάδες;” είπα και μέσα μου ήδη είχε αρχίσει να φτιάχνεται το πρώτο αχνό σκίτσο από τη δική μου πρώτη “Ζωγραφιά του Παραδείσου”.

Από πάντα ήθελα να γίνω παπάς. Μόνο αυτό. Από μικρό παιδί ένιωθα πως μόνο εκεί θα είμαι ευτυχισμένος. Και πράγματι σε εκείνη την ενορία της Νέας Ιωνίας ήμουν ο πιο ευτυχχισμένος και ο πιο πλούσιος παπάς του κόσμου. Και ήμουν μόνο 27 χρονών. Κάθε σπίτι ήταν σπίτι μου. Κάθε οικογένεια ήταν οικογένεια μου. Όλα κοινά. Και οι χαρές και οι λύπες. Βέβαια όσο πιο νέος τόσο πιο ανυπόμονος. Κι εγώ ήθελα να φτιάξω τη ζωγραφιά μου γρήγορα. Θυμάμαι τους επιτρόπους μου καθώς και τις συνεργάτιδες μου που έτρεχαν από το πρωί μέχρι το βράδυ για όλες εκείνες τις δουλειές που είχαμε ξεκινήσει. Ας είναι καλά όλοι τους!

Τα πρώτα μου Χριστούγεννα στην πρώτη μου ενορία. Η καμπάνα θα χτυπούσε στις 5. Εγώ ακόμη χωρίς δικό μου αυτοκίνητο κάλεσα ταξί για να με πάει από το κέντρο του Βόλου στην εκκλησιά μου. Ο οδηγός άκουγε χριστουγεννιάτικους ύμνους. Παντού ησυχία. Ακόμη θυμάμαι τη φωνή του Χατζημάρκου να ψάλλει τις καταβασίες των Χριστουγέννων. “Ράον σιωπή”... Ο φόβος που οδηγεί στη σιωπή... “Παππούλη φτάσαμε. Καλή δύναμη” άκουσα τη φωνή του οδηγού που με ξαναέφερε στον πλανήτη γη. Ξεκινήσαμε τον όρθρο, φτάσαμε στη λειτουργία. Κάθε τόσο που έβγαινα στην ωραία πύλη για να ειρηνεύσω έβλεπα τα πρόσωπα των παιδιών που μου εμπιστεύτηκε η Εκκλησία και ο επίσκοπος μου. Ήταν όλοι εκεί. Και είχαν έρθει κι άλλοι. Φίλοι μου από την πόλη του Βόλου. Με το νου μου τους ονομάτηζα όλους. Το Γιώργο, την Πολυξένη, την Ελένη, τον Παντελή, τη Μαρία, το Δημήτρη. Στιγμές, στιγμές τα μάτια μου βούρκωναν και ήξερα πως την ίδια ακριβώς στιγμή βούρκωναν και τα δικά τους. Θεέ μου ήμουν τόσο ευτυχισμένος...

Και ήρθε η ώρα του κηρύγματος. Είχα από την προηγούμενη μέρα ετοιμάσει το σκελετό. Βγήκα και όλα delete. Σιωπή παντού. Μιλούσαν τα μάτια μας και τα πρόσωπα μας. Και τότε έκανα κάτι που δεν είχα ποτέ σκεφτεί. “Αν σήμερα ο Χριστός έψαχνε τόπο για να γεννηθεί θα διάλεγε την ενορία μας. Και ξέρετε γιατί; Γιατί ο Χριστός αγαπάει τους φτωχούς και τους ταπεινούς. Αυτούς που έχουν καρδιά καθαρή και γεμάτη πίστη και ελπίδα για το αύριο. Είναι μοναδική η στιγμή να φύγουμε σήμερα από εδώ κάνοντας το κορμί μας σπήλαιο και φάτνη. Σας καλώ όλους, μα όλους να έρθετε να μεταλάβετε Χριστό κι ας μην κάνατε όλα όσα ίσως έπρεπε. Εγώ ο αμαρτωλός παπάς σας παίρνω την ευθύνη όλη επάνω μου κι ας κρίνει εμένα ο Θεός”. Κι έτσι εκείνα τα Χριστούγεννα κοινώνησαν όλοι. “Το σώμα και το αίμα του Χριστού εις άφεσιν σου αμαρτών και εις ζωήν αιώνιον” έλεγα και ξανάλεγα δυνατά στο καθένα από τα παιδιά μου που έρχονταν για να μεταλάβουν την αιωνιότητα, τη ζωή, την ελπίδα, την απαντοχή στα χίλια μύρια καθημερινά προβλήματα τους. Όσο τους κοινωνούσα σκεφτόμουν πως τίποτα πολυτιμότερο δεν θα μπορούσα να δώσω σήμερα σε όλους ετούτους τους “κοπιώντες και πεφορτισμένους”.

Έτσι ήταν τα πρώτα μου Χριστούγεννα στην πρώτη μου ενορία. Η ιστορία έχει και συνέχεια. Δυο μέρες αργότερα σε μια από τις εκδηλώσεις της Μητροπόλεως με φώναξε κοντά του ο Μητροπολίτης. “Ήρθε χθες ένα ανώνυμο γράμμα. Γράφει πως κάλεσες όλους να κοινωνήσουν χωρίς να έχουν προετοιμαστεί. Άκου παιδί μου. Εγώ ξέρω την καρδιά σου. Καμαρώνω. Αλλά ο κόσμος δεν είναι πάντα έτοιμος για κάτι τέτοιο. Πρέπει να έχουμε διάκριση ακόμη και στη μεγαλοψυχία. Σκέψου τώρα πόση δυστυχία κρύβει αυτός που ανήμερα τα Χριστούγεννα κάθησε να γράψει ένα ανώνυμο γράμμα για να κατηγορήσει έναν παπά που τί έκανε; Χάρισε Χριστό”.

Από τότε μέχρι σήμερα έχουν περάσει είκοσι χρόνια. Όπου κι αν έχω βρεθεί για να λειτουργήσω ετούτη τη μέρα το πρώτο πράγμα που έρχεται στο νου μου είναι εκείνα τα Χριστούγεννα στη εκκλησιά των Απ. Πέτρου και Παύλου της Νέας Ιωνίας.
Ράον σιωπή...”





Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Ημερολόγιο Χριστουγέννων vol. 1



Ο ναός της Παναγίας απέναντι από την Καμάρα είναι ίσως η πιο αγαπημένη μου εκκλησία. Από τα χρόνια που ήμουν φοιτητής περνούσα σχεδόν καθημερινά. Ήταν κάτι σαν ραντεβού. Μάλιστα κάποιες φορές που δεν είχα ψιλά. Έπαιρνα το κερί δανεικό κι όταν έφτανα στο εικόνισμά της, της το έλεγα πως την επόμενη φορά θα το πληρώσω.

Κάπως έτσι συνεχίζω και μετά από χρόνια. Βέβαια από τότε μέχρι και σήμερα έχουν αλλάξει πολλά. Κυρίως ο κόσμος που βρίσκεται εκεί έξω από το ήρεμο και γαλήνιο περιβάλλον του ναού. Μια ολόκληρη πλατεία γεμάτη από όλους εκείνους που με ιδιαίτερη ευκολία μπορεί κάποιος να χαρακτηρίσει από ναρκομανείς, ζητιάνους, τεμπέληδες, άστεγους κι ό,τι άλλο κατεβάσει ο νους του ανθρώπου.

Τις περισσότερες φορές μετά το ραντεβού με την Κυρά την Παναγία, μου αρέσει να κάθομαι σε ένα από τα παγκάκια, να παίρνω τον καφέ μου και να παρατηρώ όλους εκείνους που βρίσκονται τρυγύρω. Οι περισσότεροι νέοι, αλλά πρόωρα γερασμένοι. Τα αδυνατησμένα πρόσωπα τους και το τρέμουλο στα δάχτυλα δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για λάθος. Πρέζα, ποτό και ίσως κι άλλα.


Ο Ν. Είναι ένας από αυτούς. Κάθε φορά που με βλέπει έρχεται κοντά. Στην αρχή νόμιζα πως θα μου ζητήσει χρήματα. Ποτέ δε ζήτησε. Κερνάω καφέ και τσιγάρο. Κάθεται δίπλα μου και μιλάμε. Μου λέει για έναν κόσμο που όταν είσαι στη ζεστασιά του σπιτιού σου ποτέ δεν μπορείς να φανταστείς πως υπάρχει. Προχθές μου είπε πως κάθε φορά που μιλάμε μαθαίνει καινούργια πράγματα. Κι εγώ του είπα πως κάθε φορά που μιλάμε νιώθω ο χειρότερος παπάς του κόσμου, γιατί δεν μπορώ να αλλάξω τίποτε από την εικόνα αυτής της πλατείας. Και η απάντηση του φίλου μου : “Όταν θα είσαι στη εκκλησία και θα μιλάς στον κόσμο να τους μιλάς μόνο για την αγάπη. Να λες στους γονείς να αγαπάνε τα παιδιά τους. Όμως κοίτα να τα αγαπάνε, όχι μόνο να τα ταϊζουν. Κι εγώ σπίτι μου είχα φαγητό. Αγάπη δεν είχα. Γι΄ αυτό έφυγα. Έψαξα να τη βρω σε κάθε γωνιά αυτή την αγάπη. Στο τέλος νόμισα πως την είχα βρει στο αλκοολίκη και στην πρέζα. Ψέματα. Ακούς πάτερ; Όσο θα μιλάς για την αγάπη τόσο λιγότεροι θα μείνουμε στην πλατεία...”

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Άγιοι: Οι φίλοι του Χριστού



Οι άγιοι είναι οι φίλοι Χριστού. Είναι εκείνοι που πήραν στα σοβαρά στη ζωή τους τη διδασκαλία του ευαγγελίου και την έκαναν πράξη στην καθημερινότητα τους. Χωρίς καμία διάθεση προβολής και κοινωνικής καταξίωσης. Ίσως το εντελώς αντίθετο. Μακριά από δημοσιότητα, πολυλογίες, αργολογίες και κάθε τι που θα μπορούσε να τους απομακρύνει από την πηγή του προσωπικού τους φωτισμού που ήταν ο Χριστός.

Η αγιότητα δεν έχει ανάγκη της θεσμικής κατοχύρωσης. Αυτή υπάρχει για την αποτροπή ανεξέλεγκτων καταστάσεων στο σώμα της Εκκλησίας. Η συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας δίνει την αξία στο πρόσωπο εκείνο που αποδεικνύει πως το Ευαγγέλιο δεν είναι απλά ένα κείμενο μια θρησκευτικής ηθικής αλλά η ίδια η συνέχεια και η μίμηση της ζωής του Χριστού.

Κι έρχεται η στιγμή που συμβαίνει μια αγιοκατάταξη. Είναι η τοπική Εκκλησία εκείνη που έχει την κύρια ευθύνη της προαγωγής του βίου και των όσων δείχνουν την αγιότητα του προσώπου. Κι εδώ ξεκινάει μια μεγάλη κουβέντα που περισσότερο έχει να κάνει με ορολογίες κοσμικές και λιγότερο ευαγγελικές. Ίσως ακόμη και αυτοί οι σύγχρονοι άγιοι αν μπορούσαν να μιλήσουν θα έλεγαν πως ποτέ δεν φαντάστηκαν πως θα καταντήσουν κομμάτι ενός θρησκευτικού μάρκετινγκ.

Έχω πάντοτε στο μυαλό μου ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα, αυτό της γερόντισσας Γαβριηλίας. Υπήρξε μια γυναίκα που αφιέρωσε τη ζωή της στο να απαλύνει τον ανθρώπινο πόνο , χωρίς ποτέ να την σταματήσει το χρώμα, η θρησκεία ή οτιδήποτε άλλο. Έφυγε σε ηλικία 50 χρονών από την Ελλάδα για να φτάσει στην άλλη άκρη του κόσμου, με μοναδική περιουσία της τα ελάχιστα πράγματα που χώρεσαν σε μια πλαστική σακούλα. Τα χέρια της αποτέλεσαν βάλσαμο για τον πόνο των χανσεανικών. Μέχρι που γύρισε στη Λέρο για να τελειώσει τη ζωή της ως μοναχή.

Tί είναι αυτό που στερεί την προοπτική της αγιοκατάταξης της γερόντισσας Γαβριηλίας; Πολύ απλά δεν ήταν η κλασσική Ορθόδοξη φιγούρα και φυσικά δεν την ανέλαβαν πρόσωπα που ήξεραν να χειρίζονται σωστά το δημόσιο προφίλ ενός αγίου. Καμία προφητεία, κανένας φούρνος με στάχτες, κανένα κουρελιασμένο ράσο και άλλα παρόμοια που ιδιαίτερα γοητεύουν ένα μεγάλο κομμάτι του πληρώματος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Στις μέρες μας έχουμε μια ιδιαίτερη ικανότητα ό,τι όμορφο να το καταστρέφουμε. Κάπως έτσι σσυμβαίνει και με όλο αυτό το πανηγύρι των άπειρων δημοσιεύσεων για τον όσιο Ιάκωβο Τσαλίκη τώρα και χθες για τον όσιο Πορφύριο, και προχθές για τον όσιο Παίσιο ή την οσία Σοφία της Κλεισσούρας. Ίχνος πραγματικού σεβασμού τόσο στη μνήμη , όσο και στην αγιότητα τους. Φωτογραφίες δίπλα στους τάφους τους, παραμύθια και ιστοριούλες για πράγματα ανούσια περί του πραγματικού αγώνα τους για να ζήσουν εν Χριστώ.


Κι όλα αυτά τρανή απόδειξη της δικής μας παρακμής που έχει απόλυτη την ανάγκη να κουρελιάζει την προσωπικότητα των φίλων του Χριστού έτσι απλά και μόνο για να περνάμε την ώρα μας ευχάριστα εντός και εκτός των soial media...

Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

Δημήτριος ο άγιος.


Όσοι μεγαλώσαμε στη Θεσσαλονίκη έχουμε μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με τον Άγιο Δημήτριο. Από μικρά παιδιά άπειρες φορές περνάμε μπροστά από το ναό που δεσπόζει πάνω από την πλατεία Αριστοτέλους στην ίδια ευθεία με τη αρχαία αγορά.

Οι μέρες αυτές της μνήμης του είναι πολύ ιδιαίτερες για τη Θεσσαλονίκη. Δεν είναι μόνο που οι εορτάοντες είναι πολλοί σε τούτη την πόλη, είναι που όλοι οι θεσσαλονικείς νιώθουμε πως ένας πολύ δικός μας άνθρωπος γιορτάζει. Κι αυτός είναι ο ίδιος ο άγιος.

Σήμερα το πρωί πήγα στη Θεία Λειτουργία της παραμονής στο ναό του πολιούχου. Κόσμος αρκετός περίμενε να προσκυνήσει τη λάρνακα με τα λείψανα του αγίου καθώς και την εικόνα της Παναγίας. Κάθε χρόνο μια άλλη εικόνα της Παναγίας συντροφεύει τον άγιο τις μέρες της γιορτής του.

Ο άγιος Δημήτριος είχε τα πάντα. Από δόξα, εξουσία, ομορφιά, μέλλον. Τα έβαλε όλα στην άκρη. Πίστεψε με τρόπο απόλυτο πως άλλα είναι τα όμορφα και τα σπουδαία. Μίλησε για την πίστη του στο Χριστό με θάρρος. Άγγιξε τις καρδιές των νέων που τον άκουγαν. Ήταν ζωντανό παράδειγμα. Όχι λόγια. Όχι κηρύγματα. Όχι ρητορίες. Ήταν βίωμα. Ήταν η ανατροπή σε ένα περιβάλλον που προσπαθούσε να βρει τρόπους επιβίωσης. Ο κύκλος όμως είχε κλείσει.

Καθώς έβλεπα τα όσα συνέβαιναν στο ναό όσο διαρκούσε η λειτουργία σκεφτόμουν πως όλα εκεί μέσα ήταν ξένα προς τον άγιο. Ίσως το μόνο δυνατό ήταν η πίστη όλων αυτών των απλών καθημερινών ανθρώπων που έκαμαν το σταυρό τους μπροστά στο λείψανο του αγίου. Όλα τα υπόλοιπα έθος ίσως χωρίς καμία άλλη διάσταση.

Φεύγοντας είδα να περιμένουν τα αγήματα, τα πυροβόλα κι άλλα παρόμοια για τη λιτανεία, για το μεγαλειώδες της ημέρας. Λες και η μέρα χρειάζεται όλα αυτά για να είναι μεγαλειώδης. Νομίζω κάπου εκεί στα σκαλοπάτια είδα το Νέστορα να χαζεύει και να χαμογελάει που μετά από τόσους αιώνες ακόμη δεν καταλάβαμε τίποτα ούτε από το μαρτύριο του αγίου , ούτε κι από τη δική του νίκη κατά του Λιαίου. 

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Μακάριοι οι ειρηνοποιοί




Τον Ιωάννη δεν τον έχω συναντήσει ποτέ από κοντά. Έχουμε κατά καιρούς ανταλλάξει μηνύματα και έχουμε μιλήσει τηλεφωνικά για θέματα που αφορούσαν τόσο τις σπουδές του όσο και την ενασχόληση του με τον ακτιβισμό. 

Χθες εμφανίστηκε στην οθόνη μου αυτή η φωτογραφία. Ομολογώ πως δεν κατάλαβα από την αρχή ποιος είναι. Ένιωσα φρίκη βλέποντας τα αίματα και τις μελανιές. Διάβασα το δημοσίευμα στο tvxs. Κάποιοι μάγκες έδειξαν την μαγκιά τους στα σκοτεινά και με την σιγουριά της αριθμητικής υπεροχής. Κοινώς τζάμπα μάγκες. 

Η αστυνομία έχει την απόλυτη ευθύνη να τους βρει. Η τοποική κοινωνία να θωρακιστεί από τέτοιου είδους άτομα που αμαυρώνουν μια ολόκληρη πόλη. Ξάφνου ούτε όλοι στο Ρέθυμνο μαυρίζουν στο ξύλο τον κάθε περαστικό, ακόμη κι αν αυτός διαφέρει από τους ίδιους. Η ολοκληρωτικές αντιλήψεις κάποιων δήθεν προοδευτικών που βαφτίζουν τους κρητικούς συλλήβδην φασίστες, τραμπούκους και άλλα παρόμοια είναι το ίδιο και ίσως περισσότερο φασιστικές. 

Σε κάτι τέτοιες στιγμές θα πρέπει να ξυπνάει μέσα μας η συλλογική ευθύνη των αιτίων κάθε πράξης βίας. Από το σπίτι μας, το νηπιαγωγείο της γειτονιάς μας, το Πανεπιστήμιο της πόλης μας, τις πλατείες της χώρας μας. Κανένας δεν γεννήθηκε με το ρόπαλο στο χέρι. Κάποιος, κάποιοι για λόγους διάφορους του το έβαλαν στο χέρι και τώρα "όποιον πάρει ο χάρος". 

Η δημοσιοποίηση του περιστατικού μπορεί να έχει πολλαπλές αναγνώσεις. Προσωπικά κρατώ μία από αυτές. Όσο θα βλέπω αυτή τη φωτογραφία τόσο θα παλεύω για την εξάλλειψη κάθε μορφής βίας από όπου κι αν αυτή πηγάζει και σε όποιον κι αν κατευθύνετα. Αυτή είναι η διδασκαλία του Χριστού, ακόμη κι αν κι εμείς που τον διδάσκουμε το έχουμε ξεχάσει : "«Μακάριοι οι ειρονοποιοί ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται».

Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

Συναξάρι των πόλεων...(ή λόγος περί αλλαγής φύλου)



Σήμερα το απόγευμα την ώρα που πήγαινε ο ήλιο να χαθεί πάνω από την πόλη θέλησα να πάω έναν μικρό περίπατο εδώ στη γειτονιά μου. Άρχισα να κατεβαίνω προς το σταθμό των τραίνων. Ο δρόμος με έφερε μπροστά από την εκκλησία των Αγίων Πάντων. Είχα πολλά χρόνια να μπω μέσα. Ας ανάψω σκέφτηκα ένα κερί. Η εκκλησία άδεια και μόνο τα καντήλια και η μυρωδιά από το καμένο λιβάνι έκαναν την ατμόσφαιρα να είναι αλλιώτικη από εκείνη του δρόμου εκεί έξω. Κάθησα λίγο σε ένα στασίδι και είπα μερικές κουβέντες προσευχής, 

Φεύγοντας μέσα στο ημίφως είδα μια φιγούρα που με παρατηρούσε. Κοίταξα καλύτερα. Ένα πρόσωπο γνωστό, μα πολύ πιο γερασμένο από τότε που το θυμάμαι. Ο πατήρ Κωνσταντίνος για χρόνια πολλά εφημέριος του ναού. Πήγα κοντά του κι έσκυψα να του φιλήσω το χέρι. Δεν με άφησε. Του είπα πως τον θυμάμαι παιδί όταν λειτουργούσε και μίλαγε. Τον θαύμαζα και σκεφτόμουν τη στιγμή που θα γίνω σαν εκείνον. Το πρόσωπο του παππούλη ήταν τόσο γαλήνιο και τόσο γελαστό. Με πήρε από το χέρι και με οδήγησε έξω από την εκκλησία. Καθήσαμε σε ένα παγκάκι. 

"Εδώ έξω πρέπει να είμαστε οι παπάδες γιε μου. Στον κόσμο που τρέχει από το πρωί ίσαμε τη νύχτα. Να τους χαμογελάμε και να τους ευλογάμε να έχουν κουράγιο". Ολόκληρο το ευαγγέλιο του Χριστού σε μια κουβέντα. Το ωραιότερο κήρυγμα σε ένα παγκάκι. Είπαμε πολλά με τον παππού. Θυμηθήκαμε τον π. Ευγένιο, τον δεσπότη μας το Δινύσιο κι άλλους πολλούς. Έφτασε η κουβέντα και στο νόμο για την αλλαγή φύλου. "Άκου γιε μου. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε το σταυρό μας. Κι όλοι παιδιά του Θεού είμαστε. Μακάρι οι νόμοι να άλλαζαν το μυαλό του κόσμου. Παιδεία θέλει ο κόσμος για να δείξει σέβας στον άλλο. Θα σου πω μια δική μου ιστορία. Μια μέρα καθόμουν πάλι εδω σε τούτο το παγκάκι. Δίπλα καθόταν μια παρέα από αγόρια. Σε λίγο από μπροστά μας πέρασε ο Βασίλης. Το Βασιλάκι τον ήξερα από μωρό σαράντα ημερών. Μου τον είχε φέρει η μάνα του να τον σαραντίσω. Καλό παιδί. Ικανός και έξυπνος. Από παιδάκι καταλάβαινες πως ετούτο μέσα του κρύβει ένα κορίτσι. Η φωνή, οι κινήσεις ακόμη και ο χαρακτήρας ήταν αλλιώτικος από των άλλων αγοριών. 

Κάποια μέρα ήρθε και μου μίλησε. Κόντευε τα 14. Έκλαιγε συνέχεια. Δεν το θελε αλλά δεν μπορούσε αλλιώς. Δεν ήθελε να είναι αγόρι. Βαρέθηκε να τον κοροϊδεύουν. Τον άφησα να τα πεί όλα. Να κλάψει όση ώρα ήθελε. Δεν είπα τίποτα εγώ. Μόνο να έρχεται και να μου μιλάει του ζήτησα. 

Πέρασαν τα χρόνια κι ο Βασίλης είχε κάνει την επιλογή του μια για πάντα. Γυναικείο ντύσιμο, γυναικείο όνομα. Χαθήκαμε. Είχε φύγει για πολλά χρόνια από την πόλη. Γύρισε όταν πια η μάνα του έπεσε στο κρεβάτι κι έπρεπε να της σταθεί. 

Η παρέα των αγοριών που μάλλον την ήξεραν, όταν την είδαν να περνάει άρχισαν τα γνωστά δήθεν αντρικά. Εκείνη δεν γύρισε να κοιτάξει και συνέχισε να περπατά. Τα βλέματα μας διασταυρώθηκαν. "Μη δίνεις σημασία. Κι εμένα με κορόϊδευαν επειδή έγινα παπάς. Γιατί ήμουν διαφορετικός από εκείνους. Όπως είσαι κι εσύ χαρά μου". Ήρθε να μου φιλήσει το χέρι. "Τα παιδιά φιλάνε τον πατέρα τους στο μάγουλο" της είπα και αγκαλιαστήκαμε εκεί μπροστά στο δρόμο, με την παρέα των αγοριών να έχουν χάσει τη λαλιά τους". Τι να τον κάνω εγώ γιε μου τον νόμο του Κράτους, όταν είμαι απαίδευτος και αγροίκος. 

Έφυγα, έχοντας την αίσθηση πως κάπως έτσι θα είναι οι ιστορίες σε ένα σύγχρονο συναξάρι των πόλεων...

Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Προσευχή δεκαπενταυγούστου!



"Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε, Γεθσημανῆ τῷ χωρίῳ, κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα, καὶ σύ, Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα".

Ήρθαμε σήμερα που είναι η μέρα η μεγάλη της Κοίμησης σου Παναγία μου, για να προσκυνήσουμε τη Χάρη σου. Και σαν τους Αποστόλους που έφτασαν εκεί στη Γεθσημανή για να κηδεύσουν το σώμα σου, κι εμείς εδώ μπροστά στο τίμιο και ιερό εικόνισμα σου ήρθαμε να αποτήσουμε φόρο τιμής στη μεγάλη Μάνα μας, η οποία καταφέρνει να συνδέσει τον ουρανό με τη γη , το Θεό με τους ανθρώπους, το αιώνιο με το εφήμερο.

Πόσοι και πόσοι ποιητές και υμνογράφοι, δεν σε ύμνησαν και δεν σε τραγουδησαν με ύμνους περίτεχνους και μονδικούς. Άγιοι και ασκητές, βασιλείς και στραλητές, γνωστοί και άγνωστοι, αμαρτωλοί και δίκαιοι δεν αφιέρωσαν στη χάρη σου θυσαυρούς πολύτιμους μα και δάκρυα βγαλμένα μέσα από τη μετάνοια και την προσευχή.

Και να τώρα κι εμείς εδώ μπροστά στο νεκροκρέβατο σου Παναγιά μου, κοιτάζουμε το ιλαρό πρόσωπο σου και ταξιδεύουμε νοερά στη γη την αγία, που δέχτηκε τα βήματα σου, τους αναστεναγμούς και τα δάκρυα σου. Γονατίζουμε μπροστά σου, από ευλάβεια αλλά και από το βάρος που κουβαλάμε ο καθένας από εμάς μέσα στην ψυχή του. Το βάρος των παθών και των αστοχιών μας. Το βάρος της καθημερινής μας βιωτής σε έναν κόσμο που όλο και περισσότερο χάνει το ύψιστο αγαθό της αγάπης και της ειρήνης.

Ετούτες τις μέρες η γιορτή σου Παναγιά μου έγινε αιτία και αφορμή να έρθουν τα παιδιά σου, τα παιδιά μας, εδώ στον τόπο μας τον μικρό κι ευλογημένο. Φωνές παιδικές, γέλια, παιχνίδια ακούστηκαν παντού και τα πρόσωπα όλων μας λάμπουν γιατί η ζωή μόνο λάμψη και χαμόγελο μπορεί να φέρει. Και σαν ερχόταν το σούρουπο φωνές γλυκές έπιαναν να ψάλλουν τον κανόνα σου τον παρακλητικό. “Δέσποινα καὶ Μήτηρ τοῦ Λυτρωτοῦ, δέξαι παρακλήσεις, ἀναξίων σῶν ἱκετῶν, ἵνα μεσιτεύσῃς, πρὸς τὸν ἐκ σοῦ τεχθέντα· ὦ Δέσποινα τοῦ κόσμου, γενοῦ μεσίτρια”. Και αλήθεια σε ψάλλαμε μέσα από τα τρίσβαθα της καρδιάς μας. Και κάθε μέρα όλο και περισσότερο οι φωνές μελωδικές ανέβαιναν ψηλά στον ουρανό για να σε συναντήσουν και να σου μεταφέρουν την αγωνία μας, τον πόνο μας, τα πάθη μας, τις αστοχίες μας, το σταυρό μας, τις αδυναμίες μας. Κι εκεί που νομίζαμε πως τούτα τα βάρη είναι πιότερα από το κουράγιο μας, ένα αεράκι “ως δρόσος Αερμόν” ερχόταν για να στεγνώσει τα δάκρυα και να δώσει κουράγιο κι απαντοχή για το αύριο.

Και να τώρα εγώ ο ιερέας σου στέκομαι εδώ μπροστά σου για να κλείσω τούτη τη μέρα την πανηγυρική και πανσεβάσμια για να μιλήσω για τα εξαίσια και υπερκόσμια της χάριτος σου. Μα που λόγια ικανά να περιγράψουν το μεγαλείο της δικής σου πανάγιας προσωπικότητας. Λίγος και μικρός για μια τόσο μεγάλη διακονία.

Όμως ικέτης και δεόμενος θα κάνω το λόγο μου, λόγο προσευχιτικό, ικετήριο και παρακλητικό για να σε συνοδεύσω στο ταξίδι που εσύ καθημερινά κάνεις ακούραστα και αγόγγιστα ανάμεσα μας.

Έρχομαι μαζί σου Παναγιά μου, εκεί που η ελπίδα είναι έτοιμη να σβήσει. Στα κρεβάτια των παιδιών σου που η αρρώστεια και ο πόνος τους γονατίζει. Σβήσε τον πυρετό από τα μέτωπα τους και πάρε τον πόνο από τα σώματα τους.

Έρχομαι μαζί σου εκεί στα ανήλιαγα σοκάκια. Εκεί που πουλάνε τον θάνατο για παράδεισο. Έναν τόσο ψεύτικο και τόσο εφήμερο παράδεισο που κάνει παιδιά νέα, να χάνουν τα νειάτα και τη ζωή τους μέσα από τα χέρια τους.

Έρχομαι μαζί σου εκεί που η φωτιά και ο πόλεμος αφήνει πίσω του την καταστροφή, την ορφάνια, την προσφυγιά. Σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια της μάνας, του πατέρα, του παιδιού που θρηνεί βλέποντας το θάνατο να τους ακουμπάει.

Έρχομαι μαζί σου εκεί που το ανθρώπινο σώμα γίνεται αντικείμενο φτηνό. Εκεί που για λίγα χρήματα καταρακώνεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Εκεί που η εκμετάλευση της ανάγκης για επιβίωση οδηγεί ανθρώπινα πρόσωπα να γίνονται σκεύη ηδονής.

Έρχομαι μαζί σου στα χωράφια να συναντήσουμε τον κάμματο των παιδιών σου, που με ιδρώτα πολύ προσπαθούν να αναστήσουν μέσα από τη γη τους καρπούς που θα δώσουν ζωή στον κόσμο.

Έρχομαι μαζί στις φυλακές να παρηγορήσουμε και να δώσουμε κουράγιο σε εκείνα τα παιδιά σου που έχασαν τον προσανατολισμό τους. Σε ακούω που τους μιλάς για το ληστή που πήρε μαζί του στον Παράδεισο ο γιός σου μονάκριβος και ανάβει πάλι μέσα στη ματιά τους η σπίθα της ελπίδας.

Έρχομαι μαζί σου μέσα στα εργαστήρια όπου νύχτα και μέρα ψάχνουν για εκείνα τα μέσα που θα γιατρεύουν και θα απαλήνουν, θα θεραπεύουν τη φθορά και την αρρώστεια.

Έρχομαι μαζί σου να συναντήσουμε όσους έχουν κάνει φίλο τους τη βία και την τρομοκρατία, που στο όνομα κάποιου δικού τους Θεού σκορπίζουν το θάνατο και τον τρόμο. Μίλησε μέσα στις καρδιές τους και φώτισε το σκοτάδι της φανατισμένης τους διάνοιας.

Μη με ρωτάς αν κουράστηκα Παναγιά μου σε τούτο το ταξίδι μέσα στον κόσμο. Όσο θα σε ακολουθώ , η κούραση δεν πρόκειται να αγγίξει το σώμα μου. Αλλά ακόμη κι αν αυτό συμβεί το ξέρω πως θα με πάρεις στην αγκαλιά σου την μητρική για να μπορέσω να συνεχίσω να παρακαλώ και να ικετεύω, να ευχαριστώ και να δοξολογώ.

Ο χρόνος ελάχιστος, ανίκανος να χωρέσει όλα όσα θα θέλαμε σε εσένα την Κυρία των Αγγέλων για να σου πούμε. Τώρα μένει στον καθένα από εμάς σε τούτη την πανίερη στιγμή απλά να σε κοιτάξουμε λίγο πριν φύγεις για να σταθείς δίπλα στον Κύριο μας, για να ζητήσουμε να είσαι η πρέσβειρα και μεσήτρια μπροστά στον δίκαιο Κριτή.

Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν, μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων, παρακαλῶ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐν τάχει”. ΑΜΗΝ

Κοκκαλού. 15 Αυγούστου 2017