Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2019

Κυριακή της Χαναναίας


(Ματθαίος 15, 21-28
Εκείνο τον καιρό, ο Ιησούς αναχώρησε για την περιοχή της Τύρου και της Σιδώνας. Τότε μια γυναίκα Χαναναία βγήκε έξω από τα όρια της περιοχής εκείνης και του φώναζε δυνατά: «Ελέησέ με, Κύριε, Υιέ του Δαβίδ. Η θυγατέρα μου βασανίζεται από δαιμόνιο». Αυτός δεν της απαντούσε λέξη. Τον πλησίασαν τότε οι μαθητές του και τον παρακαλούσαν: «Διώξε την, γιατί μας ακολουθεί και φωνάζει». Ο Ιησούς είπε: «Έχω αποσταλεί μόνο για τους πλανεμένους Ισραηλίτες». Εκείνη όμως ήρθε και τον προσκύνησε λέγοντας: «Κύριε, βοήθησέ με». Αυτός της αποκρίθηκε: «Δεν είναι σωστό να πάρει κανείς το ψωμί των παιδιών και να το πετάξει στα σκυλιά». «Ναι, Κύριε», είπε εκείνη, «αλλά και τα σκυλιά τρώνε από τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των κυρίων τους». Τότε ο Ιησούς της απάντησε: «Μεγάλη είναι η πίστη σου, γυναίκα! Ας γίνει όπως το θέλεις». Κι από κείνη την ώρα γιατρεύτηκε η θυγατέρα της. 


Κατά τον απόστολο Πέτρο ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης, αλλά κάθε άνθρωπος, σ’ όποιο έθνος κι αν ανήκει όταν είναι θεοφοβούμενος και εργάζεται δικαιοσύνη, αγωνιζόμενος για τον ενάρετο βίο, είναι δεκτός από τον Θεό.

Εντούτοις, όταν η Χαναναία γυνή, η “εξελθούσα” από τα όρια των εθνικών πόλεων Τύρου και Σιδώνος, προκειμένου να συναντήσει τον Κύριο, ο οποίος είχε πλησιάσει στην περιοχή αυτή, θέλησε να μιλήσει μαζί του, Εκείνος δεν έδειξε διάθεση να της απευθύνει λόγο. Απέφυγε τον διάλογο με την γυναίκα αυτή.
Σύμφωνα με το σχετικό ευαγγελικό κείμενο, «μόλις η Χαναναία γυνή πλησίασε την ακολουθία του Κυρίου, άρχισε να κραυγάζει δυνατά για να την ακούσει και να την προσέξει· ελέησόν με Κύριε, υιέ Δαβίδ· η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται, ο Κύριος όμως ουκ απεκρίθη αυτή λόγον!». Δεν της έδωσε σημασία. Μάλιστα, όταν οι μαθητές του, ενοχλημένοι από τις κραυγές της Χαναναίας, τον παρεκάλεσαν· «απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών», ο Κύριος “διέψευσε” τον λόγο του Πέτρου, ότι ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης και δεν κάνει διάκριση μεταξύ των εθνών και του Ισραήλ, λέγοντας στους μαθητές του· «ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ».
Παρά την απογοητευτική εν τούτοις απάντηση του Κυρίου προς τους μαθητές του, για την δύστυχη γυναίκα, την Χαναναία, εκείνη συνέχισε να επιμένει στο αίτημά της· «Κύριε, βοήθει μο». Τότε ο Κύριος μίλησε, για να της δηλώσει, με λόγο προσβλητικό, ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο επικοινωνίας του μαζί της. Για ποιο λόγο άραγε; Διότι· «ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις». Οποιοσδήποτε κι αν ήταν ο αποδέκτης αυτού του σκληρού και ταπεινωτικού λόγου του Κυρίου, θα προσπαθούσε το γρηγορότερο να εξαφανισθεί από προσώπου Κυρίου, για να κρύψει το δικό του πρόσωπο στα έγκατα της γης.
Παραδέχθηκε ότι είναι σκυλάκι. Και μάλιστα πεινασμένο. Ναι! Αλλά δεν κάμφθηκε! Δεν τελμάτωσε στον πόνο του ηχηρού ταπεινωτικού λόγου του Κυρίου. Αντίθετα ο λόγος αυτός την τίναξε επίσης αυθόρμητα υπεράνω της σκληρής εξουθένωσης του Κυρίου, σε μια σωτήρια υπέρβαση της ταπεινωτικής απορρίψεώς του, ώστε να “νικήσει” τον Κύριο στην διαλογική του αντίσταση, πείθοντάς τον, ότι, ναι, και σαν σκυλάκι δικαιούται να είναι, ακόμη και επί του εδάφους της απορρίψεώς της αυτής, ομοτράπεζος των κυρίων της.
Η Χαναναία όμως δεν έλεγε να σκύψει το κεφάλι. Επέμενε, ήθελε να κάμψει την αντίσταση του Χριστού για διάλογο μαζί της. Έτσι απάντησε αυθόρμητα και άμεσα στον ταπεινωτικό λόγο του· «Ναι, Κύριε· και γάρ τα κυνάρια εσθίει οπό των ψυχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών». Και αξιώθηκε να τιμηθεί με την αξιοζήλευτη επιβράβευσή της· «ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις· γεννηθήτω σοι ως θέλεις! Και ιάθη η θυγάτηρ αυτής οπό της ώρας εκείνης». Σε ποιο σημείο άραγε της στάσεώς της απένταντι στον Κύριο έδειξε η Χαναναία γυναίκα την νηπτική ανταύγεια του νου της; Ασφαλώς στο σημείο που κεραυνοβολήθηκε από την εξουθενωτική απόρριψη του Χριστού. «Ουκ έστι καλόν, λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις».
Αντίθετα όμως, για την εθνική γυναίκα της Τύρου και της Σιδώνος η προσβολή αυτή λειτούργησε φωτιστικά. Ο νους της ήταν “ξύπνιος”! Δεν κοιμότανε, δεν… ροχάλιζε. Είχε την νηπτική ετοιμότητα να ανατρέψει την πρόκληση επιθετικότητος του παθογόνου ερεθισμού της κυριακής προσβολής σε ευλογία Κυρίου. Αποδέχθηκε την προσβολή αυτή με καθαρή καρδία και αξίωσε το δικαίωμα του κυναρίου να σιτίζεται από τα ψιχία της τραπέζης των κυρίων του. Αυτή ήταν η νηπτική λειτουργία του νου ενός ανθρώπου του εθνικού χώρου, χωρίς προϋποθέσεις ευαγγελικής παιδείας. Πραγματικό θαύμα! Νηπτική ανταύγεια μιας ψυχής του χώρου αυτού, επιδεκτικής όμως της υψοποιού ταπεινώσεως, χάριτι θεία.
Μια τέτοια ταπείνωση, μπροστά στα μάτια του πλήθους κόσμου, δεν θα την άντεχε άλλος άνθρωπος. Η οξύτητα της προσβολής αυτής· “κυνάριο”, είσαι σκύλος, θα μπορούσε να λειτουργήσει στις περισσότερες, παρόμοιες περιπτώσεις, ως ανάφλεξη οργής με δυναμισμό φονικού όπλου! Και τότε η ψυχολογία θα εδικαίωνε ασφαλώς τον εκμανέντα. Το θετικό αποτέλεσμα της θεαματικής, εν μέσω πολλού κόσμου, απορρίψεως της Χαναναίας γυναίκας από τον Κύριο δεν πρέπει φυσικά να καταλογισθεί αποκλειστικώς και μόνο στην τελευταία, αλλά και στην χαριτόβρυτη ευλογία του κυριακού λόγου. Οπωσδήποτε όμως ο Κύριος, με όργανο την ευλογία της απορρίψεώς της, φώτισε τον νου της με μια έκρηξη νηπτικής ελλάμψεως, φωτιστικής και για τους αναγνώστες της οικείας ευαγγελικής περικοπής.
Η Χαναναία γυναίκα, σε εκπληκτική εγρήγορση ετοιμότητος να δεχθεί την απόρριψή της στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο, έγινε παράδειγμα προς μίμηση σ’ ένα κοινό πρόβλημα όλων μας· την προστασία πάση θυσία του κοινωνικού προσωπείου μας! Η ανταύγεια της νήψεως εκπέμπεται πλούσια στη δημόσια αυτή ταπείνωση, όπου η παραδοχή της γυμνότητος του ανθρώπου, από γνήσια αξιολογικά ερείσματα της ζωής αποβαίνει πάθος ανυπόφορο.

Ι. Κορναράκης

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

"Γιατί αργά ή γρήγορα θα συναντηθούμε"



"Γιατί αργά ή γρήγορα θα συναντηθούμε"

Το να είσαι ποιητής είναι το ίδιο δύσκολο με το να μην είσαι. Και στις δύο περιπτώσεις βασανίζεσαι το ίδιο πολύ. 
Βασανίζεσαι γιατί έρχεσαι αντιμέτωπος με τη ζωή που είναι σκληρή και αδυσώπητη όταν κοιτάζει μέσα στην ψυχή σου.

Όταν είσαι ποιητής το μαρτύριο σου είναι που δεν μπορούν οι λέξεις και τα ποιήματα σου να την αλλάξουν. 
Κι όταν δεν είσαι πάλι ζεις το μαρτύριο. 
Αλλιώτικο αλλά πάλι μαρτύριο. 
Κι αυτό επειδή η ζωή δεν σου έρχεται όπως την ονειρεύεσαι.

Και οι δύο αναζητούν αυτό που δεν έχουν. 
Και οι δυό δεν μπορούν να ζήσουν στον πραγματικό κόσμο και αναζητούν το άπιαστο, το όνειρο, το ουτοπικό.

Εγώ γενήθηκα ποιητής. 
Όταν γενήθηκα δεν το ήξερα. 
Νόμιζα πως ήμουν σαν όλους τους άλλους. 
Σαν εκείνους που κάνουν καθημερινά τα ίδια πράγματα μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Όμως δεν ήμουν από αυτούς και δεν κατάφερα να γίνω. 
Πάντα ήμουν αλλιώτικος. 
Ακόμη και στην καθημερινότητα μου ήμουν αλλιώτικος. 
Ο κόσμος ο δικός μου ήταν φτιαγμένος από εμένα. 
Έπαιρνα τα υλικά από εκεί που έπαιρναν και οι άλλοι και μετά τα μεταμόρφωνα. 
Άλλαζα τα χρώματα, τα ονόματα, την προέλευση, τη χρήση.

Έτσι ο δικός μου κόσμος μπορεί να μοιάζει αλλόκοτος για όλους τους άλλους, αλλά για εμένα είναι η προστασία από όλα εκείνα που θα μπορούσαν να με αφανήσουν και φαντάζουν στα μάτια μου αλλόκοτα.

Γενήθηκα διαφορετικός. Το έβλεπα σε κάθε μου βήμα, σε κάθε μου ανάσα, σε κάθε μου βλέμα.
Κι όσο μεγάλωνα τόσο περισσότερο το ένιωθα να με κατακτάει, να με γοητεύει, να με κάνει δυνατό. Όχι πως ήταν εύκολο. Τίποτα δεν είναι εύκολο. Ούτε για εκείνον που είναι ποιητής, ούτε για εκείνον που δεν είναι. 
Απλά κι εκείνος κι ο άλλος έχουν το ίδιο σώμα που είναι βαρύ και χωμάτινο. 
Ύλη ακατέργαστη, δύσπλαστη, άμορφη.

Είτε είσαι, είτε δεν είσαι ποιητής πρέπει να πάρεις την ύλη στα χέρια σου και να αρχίσεις να την πλάθεις, να την μαλακώνεις, να της δίνεις σχήμα και μορφή. 
Εκεί ο ποιητής δεν χρειάζεται μοντέλο. Δίνει ό,τι σχήμα θέλει ο ίδιος.Δεν τον ενδιαφέρει να κάνει αυτό που κάνουν και οι άλλοι, γιατί θεωρεί πως δεν ανήκει στον ίδιο κόσμο με τους άλλους. Αυτός έχει τον δικό του κόσμο. Τον δικό του αλλόκοτο κόσμο που όμως στα δικά του μάτια μόνο αλλόκοτος δεν είναι. 
Οι άλλοι είναι αλλόκοτοι που δεν τον ακολουθούν και που δεν μπορούν να τον καταλάβουν.

Εγώ γενήθηκα ποιητής. 
Μου άρεσε να ακούω τους ήχους και να τους κάνω λέξεις. 
Μου άρεσε να βλέπω τα χρώματα και να τα κάνω ποιήματα. 
Όχι ποιήματα σπουδαία. 
Απλά μικρά ποιήματα. 
Κι αυτά αλλόκοτα σαν κι εμένα.
Χωρίς μέτρο, χωρίς ρίμα, χωρίς κανόνα. 
Όλα ακανόνιστα. 
Κι όμως όταν τα διάβαζα ένιωθα εκείνη την πνοή της δημιουργίας. Μιας δημιουργίας που κανένας άλλος δεν θα μπορέσει να καταλάβει εκτός από εμένα. 
Γιατί έγώ μόνο ξέρω πόσες στάλες αίμα έτρεχε σε κάθε λέξη και πόσες αναπνοές χρειάστηκε να πάρω σε κάθε στίχο.

Η απόσταση ανάμεσα σε εκείνον που είναι και σε εκείνον που δεν είναι ποιητής είναι ελάχιστη. Μικρότερη και από ελάχιστη. Και ο ένας και ο άλλος έχουν τα ίδια πάθη και τις ίδιες τέλειες ατέλειες. Οι ατέλειές τους τούς κάνουν να νιώθουν την ήττα, τον πόνο. Μόνο που ο ποιητής δεν φοβάται που είναι ατελής. Ίσως και να του αρέσει. Ίσως και να το επιδιώκει. Ο πόνος τον εξαγνίζει, τον απογειώνει, τον ελευθερώνει.

Εγώ γενήθηκα ποιητής. 
Ποιητής πονεμένος. Ακόμη και η χαρά γινόταν πόνος. Ήθελα και οι άλλοι να νιώθουν χαρά. Πονούσα επειδή έβλεπα πως δεν την είχαν. Έκλαιγα που δεν μπορούσα να τους την χαρίσω. Και δεν μπορούσα γιατί δεν την ήθελαν. Ήταν αλλόκοτη η δική μου χαρά και δεν χώραγε στον κόσμο τον δικό τους.
Η δική μου χαρά μίλαγε μια γλώσσα απόκοσμη, σαν να έβγαινε μέσα απο το θρόϊσμα των φύλλων όταν περνάει ο άνεμος. 
Η δική μου χαρά γενιόταν την αυγή κάθε φορά που ο ήλιος ακούμπαγε πάνω στα βότσαλα της θάλασσας. 
Η δική μου χαρά άγγιζε τα κορμιά τη νύχτα και τους χάριζε το πάθος και την ηδονή,τον υδρώτα και την οδύνη.

Κι εγώ που γενήθηκα ποιητής μα κι εσύ που γενήθηκες να μην είσαι, έχουμε μοίρα κοινή. 
Το θάνατο. 
Κάθε τόσο έρχεται και πιο κοντά. 
Μέχρι τη στιγμή που θα μας ακουμπήσει, και μετά θα μας αγκαλιάσει και μετά θα μας ρουφήξει. 
Και οι δυο θα εξαφανιστούμε από τον κόσμο που φτιάξαμε. 
Μόνο που για εμένα το ρούφηγμα θα είναι φιλί, ενώ για εσένα θα είναι απλά ο θάνατος, απλά το τέλος.

Εγώ γενήθηκα ποιητής. 
Οι ποιητές δεν λογάνε θάνατο.
Ζούνε παρέα με το θάνατο κάθε μέρα.
Πεθαίνουν κάθε στιγμή που κοιτάζουν από το παράθυρο του δικού τους κόσμου στον έξω κόσμο.
Θέλουν να τον αλλάξουν μα δεν μπορούν.
Κι όσο δεν μπορούν ακόμη μια φορά πεθαίνουν.
Και είναι ο θάνατος σύντροφος, και ίσως και πιότερο από σύντροφος.
Ίσως ο Έρωτας για τη ζωή.
Γιατί ο ποιητής ξέρει πως μόνο ο δικός του αλλόκοτος κόσμος μπορεί ακόμη κι ετούτο τον θάνατο να τον πεθάνει.
Να τον αφανήσει.
Ο θάνατος δεν αντέχει να βλέπει μήτε τον ποιητή μα μήτε κι εκείνον που δεν είναι ποιητής ότι θέλουν να κάνουν τον κόσμο αλλιώτικο.

Κι έτσι τώρα που σου είπα όλα όσα είχα να σου πω, μπορώ να συνεχίσω να ζω έτσι όπως μόνο εγώ ξέρω μέσα στον κόσμο τον κατάδικο μου , κι αλλόκοτο. Κι αν θέλεις έλα κι εσύ να κάτσουμε εδώ μαζί παρέα και να φτιάξουμε τον κοινό μας κόσμο. Κι αν θέλεις μπορούμε να φέρουμε και τον θάνατο να τον μερέψουμε για να καταλάβει πως καθόλου δεν τον έχουμε για εχθρό. Κι εσύ, κι εγώ κι εκείνος το ίδιο είμαστε.
Γενηθήκαμε για να συναντηθούμε. 
Γιατί αργά ή γρήγορα θα συναντηθούμε...

Θεσσαλονίκη

Φλεβάρης 2018

Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

Ημερολόγιο Χριστουγέννων vol. 2


Χριστούγεννα 1997. Νέα Ιωνία του Βόλου. Ενορία Απ. Πέτρου και Παύλου. Από τον Απρίλιο εφημέριος και Ιερατικώς Προϊστάμενος του ναού. Ενορία μικρή και σχετικά φτωχή. Το ποσοστό ανεργίας στα ύψη και οι προοπτικές κάποιας αλλαγής ελάχιστες. Είναι η εποχή που μια από τις μεγαλύτερες εταιρίες κλείνει με αποτέλεσμα ολόκληρες οικογένειες να μένουν στο δρόμο. Λίγο πριν τη χειροτονία μου και το διορισμό μου ο τότε Μητροπολίτης Δημητιάδος Χριστόδουλος με κάλεσε για να μου ανακοινώσει την απόφαση του για την πρώτη μου ενορία. “Θέλω να ξέρεις πως θα πας σε κόσμο φτωχό και με πολλές ανάγκες” μου είπε κοιτάζοντας με στα μάτια. “Μα για τους φτωχούς δεν γινόμαστε παπάδες;” είπα και μέσα μου ήδη είχε αρχίσει να φτιάχνεται το πρώτο αχνό σκίτσο από τη δική μου πρώτη “Ζωγραφιά του Παραδείσου”.

Από πάντα ήθελα να γίνω παπάς. Μόνο αυτό. Από μικρό παιδί ένιωθα πως μόνο εκεί θα είμαι ευτυχισμένος. Και πράγματι σε εκείνη την ενορία της Νέας Ιωνίας ήμουν ο πιο ευτυχχισμένος και ο πιο πλούσιος παπάς του κόσμου. Και ήμουν μόνο 27 χρονών. Κάθε σπίτι ήταν σπίτι μου. Κάθε οικογένεια ήταν οικογένεια μου. Όλα κοινά. Και οι χαρές και οι λύπες. Βέβαια όσο πιο νέος τόσο πιο ανυπόμονος. Κι εγώ ήθελα να φτιάξω τη ζωγραφιά μου γρήγορα. Θυμάμαι τους επιτρόπους μου καθώς και τις συνεργάτιδες μου που έτρεχαν από το πρωί μέχρι το βράδυ για όλες εκείνες τις δουλειές που είχαμε ξεκινήσει. Ας είναι καλά όλοι τους!

Τα πρώτα μου Χριστούγεννα στην πρώτη μου ενορία. Η καμπάνα θα χτυπούσε στις 5. Εγώ ακόμη χωρίς δικό μου αυτοκίνητο κάλεσα ταξί για να με πάει από το κέντρο του Βόλου στην εκκλησιά μου. Ο οδηγός άκουγε χριστουγεννιάτικους ύμνους. Παντού ησυχία. Ακόμη θυμάμαι τη φωνή του Χατζημάρκου να ψάλλει τις καταβασίες των Χριστουγέννων. “Ράον σιωπή”... Ο φόβος που οδηγεί στη σιωπή... “Παππούλη φτάσαμε. Καλή δύναμη” άκουσα τη φωνή του οδηγού που με ξαναέφερε στον πλανήτη γη. Ξεκινήσαμε τον όρθρο, φτάσαμε στη λειτουργία. Κάθε τόσο που έβγαινα στην ωραία πύλη για να ειρηνεύσω έβλεπα τα πρόσωπα των παιδιών που μου εμπιστεύτηκε η Εκκλησία και ο επίσκοπος μου. Ήταν όλοι εκεί. Και είχαν έρθει κι άλλοι. Φίλοι μου από την πόλη του Βόλου. Με το νου μου τους ονομάτηζα όλους. Το Γιώργο, την Πολυξένη, την Ελένη, τον Παντελή, τη Μαρία, το Δημήτρη. Στιγμές, στιγμές τα μάτια μου βούρκωναν και ήξερα πως την ίδια ακριβώς στιγμή βούρκωναν και τα δικά τους. Θεέ μου ήμουν τόσο ευτυχισμένος...

Και ήρθε η ώρα του κηρύγματος. Είχα από την προηγούμενη μέρα ετοιμάσει το σκελετό. Βγήκα και όλα delete. Σιωπή παντού. Μιλούσαν τα μάτια μας και τα πρόσωπα μας. Και τότε έκανα κάτι που δεν είχα ποτέ σκεφτεί. “Αν σήμερα ο Χριστός έψαχνε τόπο για να γεννηθεί θα διάλεγε την ενορία μας. Και ξέρετε γιατί; Γιατί ο Χριστός αγαπάει τους φτωχούς και τους ταπεινούς. Αυτούς που έχουν καρδιά καθαρή και γεμάτη πίστη και ελπίδα για το αύριο. Είναι μοναδική η στιγμή να φύγουμε σήμερα από εδώ κάνοντας το κορμί μας σπήλαιο και φάτνη. Σας καλώ όλους, μα όλους να έρθετε να μεταλάβετε Χριστό κι ας μην κάνατε όλα όσα ίσως έπρεπε. Εγώ ο αμαρτωλός παπάς σας παίρνω την ευθύνη όλη επάνω μου κι ας κρίνει εμένα ο Θεός”. Κι έτσι εκείνα τα Χριστούγεννα κοινώνησαν όλοι. “Το σώμα και το αίμα του Χριστού εις άφεσιν σου αμαρτών και εις ζωήν αιώνιον” έλεγα και ξανάλεγα δυνατά στο καθένα από τα παιδιά μου που έρχονταν για να μεταλάβουν την αιωνιότητα, τη ζωή, την ελπίδα, την απαντοχή στα χίλια μύρια καθημερινά προβλήματα τους. Όσο τους κοινωνούσα σκεφτόμουν πως τίποτα πολυτιμότερο δεν θα μπορούσα να δώσω σήμερα σε όλους ετούτους τους “κοπιώντες και πεφορτισμένους”.

Έτσι ήταν τα πρώτα μου Χριστούγεννα στην πρώτη μου ενορία. Η ιστορία έχει και συνέχεια. Δυο μέρες αργότερα σε μια από τις εκδηλώσεις της Μητροπόλεως με φώναξε κοντά του ο Μητροπολίτης. “Ήρθε χθες ένα ανώνυμο γράμμα. Γράφει πως κάλεσες όλους να κοινωνήσουν χωρίς να έχουν προετοιμαστεί. Άκου παιδί μου. Εγώ ξέρω την καρδιά σου. Καμαρώνω. Αλλά ο κόσμος δεν είναι πάντα έτοιμος για κάτι τέτοιο. Πρέπει να έχουμε διάκριση ακόμη και στη μεγαλοψυχία. Σκέψου τώρα πόση δυστυχία κρύβει αυτός που ανήμερα τα Χριστούγεννα κάθησε να γράψει ένα ανώνυμο γράμμα για να κατηγορήσει έναν παπά που τί έκανε; Χάρισε Χριστό”.

Από τότε μέχρι σήμερα έχουν περάσει είκοσι χρόνια. Όπου κι αν έχω βρεθεί για να λειτουργήσω ετούτη τη μέρα το πρώτο πράγμα που έρχεται στο νου μου είναι εκείνα τα Χριστούγεννα στη εκκλησιά των Απ. Πέτρου και Παύλου της Νέας Ιωνίας.
Ράον σιωπή...”





Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Ημερολόγιο Χριστουγέννων vol. 1



Ο ναός της Παναγίας απέναντι από την Καμάρα είναι ίσως η πιο αγαπημένη μου εκκλησία. Από τα χρόνια που ήμουν φοιτητής περνούσα σχεδόν καθημερινά. Ήταν κάτι σαν ραντεβού. Μάλιστα κάποιες φορές που δεν είχα ψιλά. Έπαιρνα το κερί δανεικό κι όταν έφτανα στο εικόνισμά της, της το έλεγα πως την επόμενη φορά θα το πληρώσω.

Κάπως έτσι συνεχίζω και μετά από χρόνια. Βέβαια από τότε μέχρι και σήμερα έχουν αλλάξει πολλά. Κυρίως ο κόσμος που βρίσκεται εκεί έξω από το ήρεμο και γαλήνιο περιβάλλον του ναού. Μια ολόκληρη πλατεία γεμάτη από όλους εκείνους που με ιδιαίτερη ευκολία μπορεί κάποιος να χαρακτηρίσει από ναρκομανείς, ζητιάνους, τεμπέληδες, άστεγους κι ό,τι άλλο κατεβάσει ο νους του ανθρώπου.

Τις περισσότερες φορές μετά το ραντεβού με την Κυρά την Παναγία, μου αρέσει να κάθομαι σε ένα από τα παγκάκια, να παίρνω τον καφέ μου και να παρατηρώ όλους εκείνους που βρίσκονται τρυγύρω. Οι περισσότεροι νέοι, αλλά πρόωρα γερασμένοι. Τα αδυνατησμένα πρόσωπα τους και το τρέμουλο στα δάχτυλα δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για λάθος. Πρέζα, ποτό και ίσως κι άλλα.


Ο Ν. Είναι ένας από αυτούς. Κάθε φορά που με βλέπει έρχεται κοντά. Στην αρχή νόμιζα πως θα μου ζητήσει χρήματα. Ποτέ δε ζήτησε. Κερνάω καφέ και τσιγάρο. Κάθεται δίπλα μου και μιλάμε. Μου λέει για έναν κόσμο που όταν είσαι στη ζεστασιά του σπιτιού σου ποτέ δεν μπορείς να φανταστείς πως υπάρχει. Προχθές μου είπε πως κάθε φορά που μιλάμε μαθαίνει καινούργια πράγματα. Κι εγώ του είπα πως κάθε φορά που μιλάμε νιώθω ο χειρότερος παπάς του κόσμου, γιατί δεν μπορώ να αλλάξω τίποτε από την εικόνα αυτής της πλατείας. Και η απάντηση του φίλου μου : “Όταν θα είσαι στη εκκλησία και θα μιλάς στον κόσμο να τους μιλάς μόνο για την αγάπη. Να λες στους γονείς να αγαπάνε τα παιδιά τους. Όμως κοίτα να τα αγαπάνε, όχι μόνο να τα ταϊζουν. Κι εγώ σπίτι μου είχα φαγητό. Αγάπη δεν είχα. Γι΄ αυτό έφυγα. Έψαξα να τη βρω σε κάθε γωνιά αυτή την αγάπη. Στο τέλος νόμισα πως την είχα βρει στο αλκοολίκη και στην πρέζα. Ψέματα. Ακούς πάτερ; Όσο θα μιλάς για την αγάπη τόσο λιγότεροι θα μείνουμε στην πλατεία...”

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Άγιοι: Οι φίλοι του Χριστού



Οι άγιοι είναι οι φίλοι Χριστού. Είναι εκείνοι που πήραν στα σοβαρά στη ζωή τους τη διδασκαλία του ευαγγελίου και την έκαναν πράξη στην καθημερινότητα τους. Χωρίς καμία διάθεση προβολής και κοινωνικής καταξίωσης. Ίσως το εντελώς αντίθετο. Μακριά από δημοσιότητα, πολυλογίες, αργολογίες και κάθε τι που θα μπορούσε να τους απομακρύνει από την πηγή του προσωπικού τους φωτισμού που ήταν ο Χριστός.

Η αγιότητα δεν έχει ανάγκη της θεσμικής κατοχύρωσης. Αυτή υπάρχει για την αποτροπή ανεξέλεγκτων καταστάσεων στο σώμα της Εκκλησίας. Η συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας δίνει την αξία στο πρόσωπο εκείνο που αποδεικνύει πως το Ευαγγέλιο δεν είναι απλά ένα κείμενο μια θρησκευτικής ηθικής αλλά η ίδια η συνέχεια και η μίμηση της ζωής του Χριστού.

Κι έρχεται η στιγμή που συμβαίνει μια αγιοκατάταξη. Είναι η τοπική Εκκλησία εκείνη που έχει την κύρια ευθύνη της προαγωγής του βίου και των όσων δείχνουν την αγιότητα του προσώπου. Κι εδώ ξεκινάει μια μεγάλη κουβέντα που περισσότερο έχει να κάνει με ορολογίες κοσμικές και λιγότερο ευαγγελικές. Ίσως ακόμη και αυτοί οι σύγχρονοι άγιοι αν μπορούσαν να μιλήσουν θα έλεγαν πως ποτέ δεν φαντάστηκαν πως θα καταντήσουν κομμάτι ενός θρησκευτικού μάρκετινγκ.

Έχω πάντοτε στο μυαλό μου ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα, αυτό της γερόντισσας Γαβριηλίας. Υπήρξε μια γυναίκα που αφιέρωσε τη ζωή της στο να απαλύνει τον ανθρώπινο πόνο , χωρίς ποτέ να την σταματήσει το χρώμα, η θρησκεία ή οτιδήποτε άλλο. Έφυγε σε ηλικία 50 χρονών από την Ελλάδα για να φτάσει στην άλλη άκρη του κόσμου, με μοναδική περιουσία της τα ελάχιστα πράγματα που χώρεσαν σε μια πλαστική σακούλα. Τα χέρια της αποτέλεσαν βάλσαμο για τον πόνο των χανσεανικών. Μέχρι που γύρισε στη Λέρο για να τελειώσει τη ζωή της ως μοναχή.

Tί είναι αυτό που στερεί την προοπτική της αγιοκατάταξης της γερόντισσας Γαβριηλίας; Πολύ απλά δεν ήταν η κλασσική Ορθόδοξη φιγούρα και φυσικά δεν την ανέλαβαν πρόσωπα που ήξεραν να χειρίζονται σωστά το δημόσιο προφίλ ενός αγίου. Καμία προφητεία, κανένας φούρνος με στάχτες, κανένα κουρελιασμένο ράσο και άλλα παρόμοια που ιδιαίτερα γοητεύουν ένα μεγάλο κομμάτι του πληρώματος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Στις μέρες μας έχουμε μια ιδιαίτερη ικανότητα ό,τι όμορφο να το καταστρέφουμε. Κάπως έτσι σσυμβαίνει και με όλο αυτό το πανηγύρι των άπειρων δημοσιεύσεων για τον όσιο Ιάκωβο Τσαλίκη τώρα και χθες για τον όσιο Πορφύριο, και προχθές για τον όσιο Παίσιο ή την οσία Σοφία της Κλεισσούρας. Ίχνος πραγματικού σεβασμού τόσο στη μνήμη , όσο και στην αγιότητα τους. Φωτογραφίες δίπλα στους τάφους τους, παραμύθια και ιστοριούλες για πράγματα ανούσια περί του πραγματικού αγώνα τους για να ζήσουν εν Χριστώ.


Κι όλα αυτά τρανή απόδειξη της δικής μας παρακμής που έχει απόλυτη την ανάγκη να κουρελιάζει την προσωπικότητα των φίλων του Χριστού έτσι απλά και μόνο για να περνάμε την ώρα μας ευχάριστα εντός και εκτός των soial media...

Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

Δημήτριος ο άγιος.


Όσοι μεγαλώσαμε στη Θεσσαλονίκη έχουμε μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με τον Άγιο Δημήτριο. Από μικρά παιδιά άπειρες φορές περνάμε μπροστά από το ναό που δεσπόζει πάνω από την πλατεία Αριστοτέλους στην ίδια ευθεία με τη αρχαία αγορά.

Οι μέρες αυτές της μνήμης του είναι πολύ ιδιαίτερες για τη Θεσσαλονίκη. Δεν είναι μόνο που οι εορτάοντες είναι πολλοί σε τούτη την πόλη, είναι που όλοι οι θεσσαλονικείς νιώθουμε πως ένας πολύ δικός μας άνθρωπος γιορτάζει. Κι αυτός είναι ο ίδιος ο άγιος.

Σήμερα το πρωί πήγα στη Θεία Λειτουργία της παραμονής στο ναό του πολιούχου. Κόσμος αρκετός περίμενε να προσκυνήσει τη λάρνακα με τα λείψανα του αγίου καθώς και την εικόνα της Παναγίας. Κάθε χρόνο μια άλλη εικόνα της Παναγίας συντροφεύει τον άγιο τις μέρες της γιορτής του.

Ο άγιος Δημήτριος είχε τα πάντα. Από δόξα, εξουσία, ομορφιά, μέλλον. Τα έβαλε όλα στην άκρη. Πίστεψε με τρόπο απόλυτο πως άλλα είναι τα όμορφα και τα σπουδαία. Μίλησε για την πίστη του στο Χριστό με θάρρος. Άγγιξε τις καρδιές των νέων που τον άκουγαν. Ήταν ζωντανό παράδειγμα. Όχι λόγια. Όχι κηρύγματα. Όχι ρητορίες. Ήταν βίωμα. Ήταν η ανατροπή σε ένα περιβάλλον που προσπαθούσε να βρει τρόπους επιβίωσης. Ο κύκλος όμως είχε κλείσει.

Καθώς έβλεπα τα όσα συνέβαιναν στο ναό όσο διαρκούσε η λειτουργία σκεφτόμουν πως όλα εκεί μέσα ήταν ξένα προς τον άγιο. Ίσως το μόνο δυνατό ήταν η πίστη όλων αυτών των απλών καθημερινών ανθρώπων που έκαμαν το σταυρό τους μπροστά στο λείψανο του αγίου. Όλα τα υπόλοιπα έθος ίσως χωρίς καμία άλλη διάσταση.

Φεύγοντας είδα να περιμένουν τα αγήματα, τα πυροβόλα κι άλλα παρόμοια για τη λιτανεία, για το μεγαλειώδες της ημέρας. Λες και η μέρα χρειάζεται όλα αυτά για να είναι μεγαλειώδης. Νομίζω κάπου εκεί στα σκαλοπάτια είδα το Νέστορα να χαζεύει και να χαμογελάει που μετά από τόσους αιώνες ακόμη δεν καταλάβαμε τίποτα ούτε από το μαρτύριο του αγίου , ούτε κι από τη δική του νίκη κατά του Λιαίου. 

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Μακάριοι οι ειρηνοποιοί




Τον Ιωάννη δεν τον έχω συναντήσει ποτέ από κοντά. Έχουμε κατά καιρούς ανταλλάξει μηνύματα και έχουμε μιλήσει τηλεφωνικά για θέματα που αφορούσαν τόσο τις σπουδές του όσο και την ενασχόληση του με τον ακτιβισμό. 

Χθες εμφανίστηκε στην οθόνη μου αυτή η φωτογραφία. Ομολογώ πως δεν κατάλαβα από την αρχή ποιος είναι. Ένιωσα φρίκη βλέποντας τα αίματα και τις μελανιές. Διάβασα το δημοσίευμα στο tvxs. Κάποιοι μάγκες έδειξαν την μαγκιά τους στα σκοτεινά και με την σιγουριά της αριθμητικής υπεροχής. Κοινώς τζάμπα μάγκες. 

Η αστυνομία έχει την απόλυτη ευθύνη να τους βρει. Η τοποική κοινωνία να θωρακιστεί από τέτοιου είδους άτομα που αμαυρώνουν μια ολόκληρη πόλη. Ξάφνου ούτε όλοι στο Ρέθυμνο μαυρίζουν στο ξύλο τον κάθε περαστικό, ακόμη κι αν αυτός διαφέρει από τους ίδιους. Η ολοκληρωτικές αντιλήψεις κάποιων δήθεν προοδευτικών που βαφτίζουν τους κρητικούς συλλήβδην φασίστες, τραμπούκους και άλλα παρόμοια είναι το ίδιο και ίσως περισσότερο φασιστικές. 

Σε κάτι τέτοιες στιγμές θα πρέπει να ξυπνάει μέσα μας η συλλογική ευθύνη των αιτίων κάθε πράξης βίας. Από το σπίτι μας, το νηπιαγωγείο της γειτονιάς μας, το Πανεπιστήμιο της πόλης μας, τις πλατείες της χώρας μας. Κανένας δεν γεννήθηκε με το ρόπαλο στο χέρι. Κάποιος, κάποιοι για λόγους διάφορους του το έβαλαν στο χέρι και τώρα "όποιον πάρει ο χάρος". 

Η δημοσιοποίηση του περιστατικού μπορεί να έχει πολλαπλές αναγνώσεις. Προσωπικά κρατώ μία από αυτές. Όσο θα βλέπω αυτή τη φωτογραφία τόσο θα παλεύω για την εξάλλειψη κάθε μορφής βίας από όπου κι αν αυτή πηγάζει και σε όποιον κι αν κατευθύνετα. Αυτή είναι η διδασκαλία του Χριστού, ακόμη κι αν κι εμείς που τον διδάσκουμε το έχουμε ξεχάσει : "«Μακάριοι οι ειρονοποιοί ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται».