Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

"Γιατί αργά ή γρήγορα θα συναντηθούμε"



"Γιατί αργά ή γρήγορα θα συναντηθούμε"

Το να είσαι ποιητής είναι το ίδιο δύσκολο με το να μην είσαι. Και στις δύο περιπτώσεις βασανίζεσαι το ίδιο πολύ. 
Βασανίζεσαι γιατί έρχεσαι αντιμέτωπος με τη ζωή που είναι σκληρή και αδυσώπητη όταν κοιτάζει μέσα στην ψυχή σου.

Όταν είσαι ποιητής το μαρτύριο σου είναι που δεν μπορούν οι λέξεις και τα ποιήματα σου να την αλλάξουν. 
Κι όταν δεν είσαι πάλι ζεις το μαρτύριο. 
Αλλιώτικο αλλά πάλι μαρτύριο. 
Κι αυτό επειδή η ζωή δεν σου έρχεται όπως την ονειρεύεσαι.

Και οι δύο αναζητούν αυτό που δεν έχουν. 
Και οι δυό δεν μπορούν να ζήσουν στον πραγματικό κόσμο και αναζητούν το άπιαστο, το όνειρο, το ουτοπικό.

Εγώ γενήθηκα ποιητής. 
Όταν γενήθηκα δεν το ήξερα. 
Νόμιζα πως ήμουν σαν όλους τους άλλους. 
Σαν εκείνους που κάνουν καθημερινά τα ίδια πράγματα μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Όμως δεν ήμουν από αυτούς και δεν κατάφερα να γίνω. 
Πάντα ήμουν αλλιώτικος. 
Ακόμη και στην καθημερινότητα μου ήμουν αλλιώτικος. 
Ο κόσμος ο δικός μου ήταν φτιαγμένος από εμένα. 
Έπαιρνα τα υλικά από εκεί που έπαιρναν και οι άλλοι και μετά τα μεταμόρφωνα. 
Άλλαζα τα χρώματα, τα ονόματα, την προέλευση, τη χρήση.

Έτσι ο δικός μου κόσμος μπορεί να μοιάζει αλλόκοτος για όλους τους άλλους, αλλά για εμένα είναι η προστασία από όλα εκείνα που θα μπορούσαν να με αφανήσουν και φαντάζουν στα μάτια μου αλλόκοτα.

Γενήθηκα διαφορετικός. Το έβλεπα σε κάθε μου βήμα, σε κάθε μου ανάσα, σε κάθε μου βλέμα.
Κι όσο μεγάλωνα τόσο περισσότερο το ένιωθα να με κατακτάει, να με γοητεύει, να με κάνει δυνατό. Όχι πως ήταν εύκολο. Τίποτα δεν είναι εύκολο. Ούτε για εκείνον που είναι ποιητής, ούτε για εκείνον που δεν είναι. 
Απλά κι εκείνος κι ο άλλος έχουν το ίδιο σώμα που είναι βαρύ και χωμάτινο. 
Ύλη ακατέργαστη, δύσπλαστη, άμορφη.

Είτε είσαι, είτε δεν είσαι ποιητής πρέπει να πάρεις την ύλη στα χέρια σου και να αρχίσεις να την πλάθεις, να την μαλακώνεις, να της δίνεις σχήμα και μορφή. 
Εκεί ο ποιητής δεν χρειάζεται μοντέλο. Δίνει ό,τι σχήμα θέλει ο ίδιος.Δεν τον ενδιαφέρει να κάνει αυτό που κάνουν και οι άλλοι, γιατί θεωρεί πως δεν ανήκει στον ίδιο κόσμο με τους άλλους. Αυτός έχει τον δικό του κόσμο. Τον δικό του αλλόκοτο κόσμο που όμως στα δικά του μάτια μόνο αλλόκοτος δεν είναι. 
Οι άλλοι είναι αλλόκοτοι που δεν τον ακολουθούν και που δεν μπορούν να τον καταλάβουν.

Εγώ γενήθηκα ποιητής. 
Μου άρεσε να ακούω τους ήχους και να τους κάνω λέξεις. 
Μου άρεσε να βλέπω τα χρώματα και να τα κάνω ποιήματα. 
Όχι ποιήματα σπουδαία. 
Απλά μικρά ποιήματα. 
Κι αυτά αλλόκοτα σαν κι εμένα.
Χωρίς μέτρο, χωρίς ρίμα, χωρίς κανόνα. 
Όλα ακανόνιστα. 
Κι όμως όταν τα διάβαζα ένιωθα εκείνη την πνοή της δημιουργίας. Μιας δημιουργίας που κανένας άλλος δεν θα μπορέσει να καταλάβει εκτός από εμένα. 
Γιατί έγώ μόνο ξέρω πόσες στάλες αίμα έτρεχε σε κάθε λέξη και πόσες αναπνοές χρειάστηκε να πάρω σε κάθε στίχο.

Η απόσταση ανάμεσα σε εκείνον που είναι και σε εκείνον που δεν είναι ποιητής είναι ελάχιστη. Μικρότερη και από ελάχιστη. Και ο ένας και ο άλλος έχουν τα ίδια πάθη και τις ίδιες τέλειες ατέλειες. Οι ατέλειές τους τούς κάνουν να νιώθουν την ήττα, τον πόνο. Μόνο που ο ποιητής δεν φοβάται που είναι ατελής. Ίσως και να του αρέσει. Ίσως και να το επιδιώκει. Ο πόνος τον εξαγνίζει, τον απογειώνει, τον ελευθερώνει.

Εγώ γενήθηκα ποιητής. 
Ποιητής πονεμένος. Ακόμη και η χαρά γινόταν πόνος. Ήθελα και οι άλλοι να νιώθουν χαρά. Πονούσα επειδή έβλεπα πως δεν την είχαν. Έκλαιγα που δεν μπορούσα να τους την χαρίσω. Και δεν μπορούσα γιατί δεν την ήθελαν. Ήταν αλλόκοτη η δική μου χαρά και δεν χώραγε στον κόσμο τον δικό τους.
Η δική μου χαρά μίλαγε μια γλώσσα απόκοσμη, σαν να έβγαινε μέσα απο το θρόϊσμα των φύλλων όταν περνάει ο άνεμος. 
Η δική μου χαρά γενιόταν την αυγή κάθε φορά που ο ήλιος ακούμπαγε πάνω στα βότσαλα της θάλασσας. 
Η δική μου χαρά άγγιζε τα κορμιά τη νύχτα και τους χάριζε το πάθος και την ηδονή,τον υδρώτα και την οδύνη.

Κι εγώ που γενήθηκα ποιητής μα κι εσύ που γενήθηκες να μην είσαι, έχουμε μοίρα κοινή. 
Το θάνατο. 
Κάθε τόσο έρχεται και πιο κοντά. 
Μέχρι τη στιγμή που θα μας ακουμπήσει, και μετά θα μας αγκαλιάσει και μετά θα μας ρουφήξει. 
Και οι δυο θα εξαφανιστούμε από τον κόσμο που φτιάξαμε. 
Μόνο που για εμένα το ρούφηγμα θα είναι φιλί, ενώ για εσένα θα είναι απλά ο θάνατος, απλά το τέλος.

Εγώ γενήθηκα ποιητής. 
Οι ποιητές δεν λογάνε θάνατο.
Ζούνε παρέα με το θάνατο κάθε μέρα.
Πεθαίνουν κάθε στιγμή που κοιτάζουν από το παράθυρο του δικού τους κόσμου στον έξω κόσμο.
Θέλουν να τον αλλάξουν μα δεν μπορούν.
Κι όσο δεν μπορούν ακόμη μια φορά πεθαίνουν.
Και είναι ο θάνατος σύντροφος, και ίσως και πιότερο από σύντροφος.
Ίσως ο Έρωτας για τη ζωή.
Γιατί ο ποιητής ξέρει πως μόνο ο δικός του αλλόκοτος κόσμος μπορεί ακόμη κι ετούτο τον θάνατο να τον πεθάνει.
Να τον αφανήσει.
Ο θάνατος δεν αντέχει να βλέπει μήτε τον ποιητή μα μήτε κι εκείνον που δεν είναι ποιητής ότι θέλουν να κάνουν τον κόσμο αλλιώτικο.

Κι έτσι τώρα που σου είπα όλα όσα είχα να σου πω, μπορώ να συνεχίσω να ζω έτσι όπως μόνο εγώ ξέρω μέσα στον κόσμο τον κατάδικο μου , κι αλλόκοτο. Κι αν θέλεις έλα κι εσύ να κάτσουμε εδώ μαζί παρέα και να φτιάξουμε τον κοινό μας κόσμο. Κι αν θέλεις μπορούμε να φέρουμε και τον θάνατο να τον μερέψουμε για να καταλάβει πως καθόλου δεν τον έχουμε για εχθρό. Κι εσύ, κι εγώ κι εκείνος το ίδιο είμαστε.
Γενηθήκαμε για να συναντηθούμε. 
Γιατί αργά ή γρήγορα θα συναντηθούμε...

Θεσσαλονίκη

Φλεβάρης 2018

Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

Ημερολόγιο Χριστουγέννων vol. 2


Χριστούγεννα 1997. Νέα Ιωνία του Βόλου. Ενορία Απ. Πέτρου και Παύλου. Από τον Απρίλιο εφημέριος και Ιερατικώς Προϊστάμενος του ναού. Ενορία μικρή και σχετικά φτωχή. Το ποσοστό ανεργίας στα ύψη και οι προοπτικές κάποιας αλλαγής ελάχιστες. Είναι η εποχή που μια από τις μεγαλύτερες εταιρίες κλείνει με αποτέλεσμα ολόκληρες οικογένειες να μένουν στο δρόμο. Λίγο πριν τη χειροτονία μου και το διορισμό μου ο τότε Μητροπολίτης Δημητιάδος Χριστόδουλος με κάλεσε για να μου ανακοινώσει την απόφαση του για την πρώτη μου ενορία. “Θέλω να ξέρεις πως θα πας σε κόσμο φτωχό και με πολλές ανάγκες” μου είπε κοιτάζοντας με στα μάτια. “Μα για τους φτωχούς δεν γινόμαστε παπάδες;” είπα και μέσα μου ήδη είχε αρχίσει να φτιάχνεται το πρώτο αχνό σκίτσο από τη δική μου πρώτη “Ζωγραφιά του Παραδείσου”.

Από πάντα ήθελα να γίνω παπάς. Μόνο αυτό. Από μικρό παιδί ένιωθα πως μόνο εκεί θα είμαι ευτυχισμένος. Και πράγματι σε εκείνη την ενορία της Νέας Ιωνίας ήμουν ο πιο ευτυχχισμένος και ο πιο πλούσιος παπάς του κόσμου. Και ήμουν μόνο 27 χρονών. Κάθε σπίτι ήταν σπίτι μου. Κάθε οικογένεια ήταν οικογένεια μου. Όλα κοινά. Και οι χαρές και οι λύπες. Βέβαια όσο πιο νέος τόσο πιο ανυπόμονος. Κι εγώ ήθελα να φτιάξω τη ζωγραφιά μου γρήγορα. Θυμάμαι τους επιτρόπους μου καθώς και τις συνεργάτιδες μου που έτρεχαν από το πρωί μέχρι το βράδυ για όλες εκείνες τις δουλειές που είχαμε ξεκινήσει. Ας είναι καλά όλοι τους!

Τα πρώτα μου Χριστούγεννα στην πρώτη μου ενορία. Η καμπάνα θα χτυπούσε στις 5. Εγώ ακόμη χωρίς δικό μου αυτοκίνητο κάλεσα ταξί για να με πάει από το κέντρο του Βόλου στην εκκλησιά μου. Ο οδηγός άκουγε χριστουγεννιάτικους ύμνους. Παντού ησυχία. Ακόμη θυμάμαι τη φωνή του Χατζημάρκου να ψάλλει τις καταβασίες των Χριστουγέννων. “Ράον σιωπή”... Ο φόβος που οδηγεί στη σιωπή... “Παππούλη φτάσαμε. Καλή δύναμη” άκουσα τη φωνή του οδηγού που με ξαναέφερε στον πλανήτη γη. Ξεκινήσαμε τον όρθρο, φτάσαμε στη λειτουργία. Κάθε τόσο που έβγαινα στην ωραία πύλη για να ειρηνεύσω έβλεπα τα πρόσωπα των παιδιών που μου εμπιστεύτηκε η Εκκλησία και ο επίσκοπος μου. Ήταν όλοι εκεί. Και είχαν έρθει κι άλλοι. Φίλοι μου από την πόλη του Βόλου. Με το νου μου τους ονομάτηζα όλους. Το Γιώργο, την Πολυξένη, την Ελένη, τον Παντελή, τη Μαρία, το Δημήτρη. Στιγμές, στιγμές τα μάτια μου βούρκωναν και ήξερα πως την ίδια ακριβώς στιγμή βούρκωναν και τα δικά τους. Θεέ μου ήμουν τόσο ευτυχισμένος...

Και ήρθε η ώρα του κηρύγματος. Είχα από την προηγούμενη μέρα ετοιμάσει το σκελετό. Βγήκα και όλα delete. Σιωπή παντού. Μιλούσαν τα μάτια μας και τα πρόσωπα μας. Και τότε έκανα κάτι που δεν είχα ποτέ σκεφτεί. “Αν σήμερα ο Χριστός έψαχνε τόπο για να γεννηθεί θα διάλεγε την ενορία μας. Και ξέρετε γιατί; Γιατί ο Χριστός αγαπάει τους φτωχούς και τους ταπεινούς. Αυτούς που έχουν καρδιά καθαρή και γεμάτη πίστη και ελπίδα για το αύριο. Είναι μοναδική η στιγμή να φύγουμε σήμερα από εδώ κάνοντας το κορμί μας σπήλαιο και φάτνη. Σας καλώ όλους, μα όλους να έρθετε να μεταλάβετε Χριστό κι ας μην κάνατε όλα όσα ίσως έπρεπε. Εγώ ο αμαρτωλός παπάς σας παίρνω την ευθύνη όλη επάνω μου κι ας κρίνει εμένα ο Θεός”. Κι έτσι εκείνα τα Χριστούγεννα κοινώνησαν όλοι. “Το σώμα και το αίμα του Χριστού εις άφεσιν σου αμαρτών και εις ζωήν αιώνιον” έλεγα και ξανάλεγα δυνατά στο καθένα από τα παιδιά μου που έρχονταν για να μεταλάβουν την αιωνιότητα, τη ζωή, την ελπίδα, την απαντοχή στα χίλια μύρια καθημερινά προβλήματα τους. Όσο τους κοινωνούσα σκεφτόμουν πως τίποτα πολυτιμότερο δεν θα μπορούσα να δώσω σήμερα σε όλους ετούτους τους “κοπιώντες και πεφορτισμένους”.

Έτσι ήταν τα πρώτα μου Χριστούγεννα στην πρώτη μου ενορία. Η ιστορία έχει και συνέχεια. Δυο μέρες αργότερα σε μια από τις εκδηλώσεις της Μητροπόλεως με φώναξε κοντά του ο Μητροπολίτης. “Ήρθε χθες ένα ανώνυμο γράμμα. Γράφει πως κάλεσες όλους να κοινωνήσουν χωρίς να έχουν προετοιμαστεί. Άκου παιδί μου. Εγώ ξέρω την καρδιά σου. Καμαρώνω. Αλλά ο κόσμος δεν είναι πάντα έτοιμος για κάτι τέτοιο. Πρέπει να έχουμε διάκριση ακόμη και στη μεγαλοψυχία. Σκέψου τώρα πόση δυστυχία κρύβει αυτός που ανήμερα τα Χριστούγεννα κάθησε να γράψει ένα ανώνυμο γράμμα για να κατηγορήσει έναν παπά που τί έκανε; Χάρισε Χριστό”.

Από τότε μέχρι σήμερα έχουν περάσει είκοσι χρόνια. Όπου κι αν έχω βρεθεί για να λειτουργήσω ετούτη τη μέρα το πρώτο πράγμα που έρχεται στο νου μου είναι εκείνα τα Χριστούγεννα στη εκκλησιά των Απ. Πέτρου και Παύλου της Νέας Ιωνίας.
Ράον σιωπή...”





Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Ημερολόγιο Χριστουγέννων vol. 1



Ο ναός της Παναγίας απέναντι από την Καμάρα είναι ίσως η πιο αγαπημένη μου εκκλησία. Από τα χρόνια που ήμουν φοιτητής περνούσα σχεδόν καθημερινά. Ήταν κάτι σαν ραντεβού. Μάλιστα κάποιες φορές που δεν είχα ψιλά. Έπαιρνα το κερί δανεικό κι όταν έφτανα στο εικόνισμά της, της το έλεγα πως την επόμενη φορά θα το πληρώσω.

Κάπως έτσι συνεχίζω και μετά από χρόνια. Βέβαια από τότε μέχρι και σήμερα έχουν αλλάξει πολλά. Κυρίως ο κόσμος που βρίσκεται εκεί έξω από το ήρεμο και γαλήνιο περιβάλλον του ναού. Μια ολόκληρη πλατεία γεμάτη από όλους εκείνους που με ιδιαίτερη ευκολία μπορεί κάποιος να χαρακτηρίσει από ναρκομανείς, ζητιάνους, τεμπέληδες, άστεγους κι ό,τι άλλο κατεβάσει ο νους του ανθρώπου.

Τις περισσότερες φορές μετά το ραντεβού με την Κυρά την Παναγία, μου αρέσει να κάθομαι σε ένα από τα παγκάκια, να παίρνω τον καφέ μου και να παρατηρώ όλους εκείνους που βρίσκονται τρυγύρω. Οι περισσότεροι νέοι, αλλά πρόωρα γερασμένοι. Τα αδυνατησμένα πρόσωπα τους και το τρέμουλο στα δάχτυλα δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για λάθος. Πρέζα, ποτό και ίσως κι άλλα.


Ο Ν. Είναι ένας από αυτούς. Κάθε φορά που με βλέπει έρχεται κοντά. Στην αρχή νόμιζα πως θα μου ζητήσει χρήματα. Ποτέ δε ζήτησε. Κερνάω καφέ και τσιγάρο. Κάθεται δίπλα μου και μιλάμε. Μου λέει για έναν κόσμο που όταν είσαι στη ζεστασιά του σπιτιού σου ποτέ δεν μπορείς να φανταστείς πως υπάρχει. Προχθές μου είπε πως κάθε φορά που μιλάμε μαθαίνει καινούργια πράγματα. Κι εγώ του είπα πως κάθε φορά που μιλάμε νιώθω ο χειρότερος παπάς του κόσμου, γιατί δεν μπορώ να αλλάξω τίποτε από την εικόνα αυτής της πλατείας. Και η απάντηση του φίλου μου : “Όταν θα είσαι στη εκκλησία και θα μιλάς στον κόσμο να τους μιλάς μόνο για την αγάπη. Να λες στους γονείς να αγαπάνε τα παιδιά τους. Όμως κοίτα να τα αγαπάνε, όχι μόνο να τα ταϊζουν. Κι εγώ σπίτι μου είχα φαγητό. Αγάπη δεν είχα. Γι΄ αυτό έφυγα. Έψαξα να τη βρω σε κάθε γωνιά αυτή την αγάπη. Στο τέλος νόμισα πως την είχα βρει στο αλκοολίκη και στην πρέζα. Ψέματα. Ακούς πάτερ; Όσο θα μιλάς για την αγάπη τόσο λιγότεροι θα μείνουμε στην πλατεία...”

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Άγιοι: Οι φίλοι του Χριστού



Οι άγιοι είναι οι φίλοι Χριστού. Είναι εκείνοι που πήραν στα σοβαρά στη ζωή τους τη διδασκαλία του ευαγγελίου και την έκαναν πράξη στην καθημερινότητα τους. Χωρίς καμία διάθεση προβολής και κοινωνικής καταξίωσης. Ίσως το εντελώς αντίθετο. Μακριά από δημοσιότητα, πολυλογίες, αργολογίες και κάθε τι που θα μπορούσε να τους απομακρύνει από την πηγή του προσωπικού τους φωτισμού που ήταν ο Χριστός.

Η αγιότητα δεν έχει ανάγκη της θεσμικής κατοχύρωσης. Αυτή υπάρχει για την αποτροπή ανεξέλεγκτων καταστάσεων στο σώμα της Εκκλησίας. Η συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας δίνει την αξία στο πρόσωπο εκείνο που αποδεικνύει πως το Ευαγγέλιο δεν είναι απλά ένα κείμενο μια θρησκευτικής ηθικής αλλά η ίδια η συνέχεια και η μίμηση της ζωής του Χριστού.

Κι έρχεται η στιγμή που συμβαίνει μια αγιοκατάταξη. Είναι η τοπική Εκκλησία εκείνη που έχει την κύρια ευθύνη της προαγωγής του βίου και των όσων δείχνουν την αγιότητα του προσώπου. Κι εδώ ξεκινάει μια μεγάλη κουβέντα που περισσότερο έχει να κάνει με ορολογίες κοσμικές και λιγότερο ευαγγελικές. Ίσως ακόμη και αυτοί οι σύγχρονοι άγιοι αν μπορούσαν να μιλήσουν θα έλεγαν πως ποτέ δεν φαντάστηκαν πως θα καταντήσουν κομμάτι ενός θρησκευτικού μάρκετινγκ.

Έχω πάντοτε στο μυαλό μου ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα, αυτό της γερόντισσας Γαβριηλίας. Υπήρξε μια γυναίκα που αφιέρωσε τη ζωή της στο να απαλύνει τον ανθρώπινο πόνο , χωρίς ποτέ να την σταματήσει το χρώμα, η θρησκεία ή οτιδήποτε άλλο. Έφυγε σε ηλικία 50 χρονών από την Ελλάδα για να φτάσει στην άλλη άκρη του κόσμου, με μοναδική περιουσία της τα ελάχιστα πράγματα που χώρεσαν σε μια πλαστική σακούλα. Τα χέρια της αποτέλεσαν βάλσαμο για τον πόνο των χανσεανικών. Μέχρι που γύρισε στη Λέρο για να τελειώσει τη ζωή της ως μοναχή.

Tί είναι αυτό που στερεί την προοπτική της αγιοκατάταξης της γερόντισσας Γαβριηλίας; Πολύ απλά δεν ήταν η κλασσική Ορθόδοξη φιγούρα και φυσικά δεν την ανέλαβαν πρόσωπα που ήξεραν να χειρίζονται σωστά το δημόσιο προφίλ ενός αγίου. Καμία προφητεία, κανένας φούρνος με στάχτες, κανένα κουρελιασμένο ράσο και άλλα παρόμοια που ιδιαίτερα γοητεύουν ένα μεγάλο κομμάτι του πληρώματος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Στις μέρες μας έχουμε μια ιδιαίτερη ικανότητα ό,τι όμορφο να το καταστρέφουμε. Κάπως έτσι σσυμβαίνει και με όλο αυτό το πανηγύρι των άπειρων δημοσιεύσεων για τον όσιο Ιάκωβο Τσαλίκη τώρα και χθες για τον όσιο Πορφύριο, και προχθές για τον όσιο Παίσιο ή την οσία Σοφία της Κλεισσούρας. Ίχνος πραγματικού σεβασμού τόσο στη μνήμη , όσο και στην αγιότητα τους. Φωτογραφίες δίπλα στους τάφους τους, παραμύθια και ιστοριούλες για πράγματα ανούσια περί του πραγματικού αγώνα τους για να ζήσουν εν Χριστώ.


Κι όλα αυτά τρανή απόδειξη της δικής μας παρακμής που έχει απόλυτη την ανάγκη να κουρελιάζει την προσωπικότητα των φίλων του Χριστού έτσι απλά και μόνο για να περνάμε την ώρα μας ευχάριστα εντός και εκτός των soial media...

Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

Δημήτριος ο άγιος.


Όσοι μεγαλώσαμε στη Θεσσαλονίκη έχουμε μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με τον Άγιο Δημήτριο. Από μικρά παιδιά άπειρες φορές περνάμε μπροστά από το ναό που δεσπόζει πάνω από την πλατεία Αριστοτέλους στην ίδια ευθεία με τη αρχαία αγορά.

Οι μέρες αυτές της μνήμης του είναι πολύ ιδιαίτερες για τη Θεσσαλονίκη. Δεν είναι μόνο που οι εορτάοντες είναι πολλοί σε τούτη την πόλη, είναι που όλοι οι θεσσαλονικείς νιώθουμε πως ένας πολύ δικός μας άνθρωπος γιορτάζει. Κι αυτός είναι ο ίδιος ο άγιος.

Σήμερα το πρωί πήγα στη Θεία Λειτουργία της παραμονής στο ναό του πολιούχου. Κόσμος αρκετός περίμενε να προσκυνήσει τη λάρνακα με τα λείψανα του αγίου καθώς και την εικόνα της Παναγίας. Κάθε χρόνο μια άλλη εικόνα της Παναγίας συντροφεύει τον άγιο τις μέρες της γιορτής του.

Ο άγιος Δημήτριος είχε τα πάντα. Από δόξα, εξουσία, ομορφιά, μέλλον. Τα έβαλε όλα στην άκρη. Πίστεψε με τρόπο απόλυτο πως άλλα είναι τα όμορφα και τα σπουδαία. Μίλησε για την πίστη του στο Χριστό με θάρρος. Άγγιξε τις καρδιές των νέων που τον άκουγαν. Ήταν ζωντανό παράδειγμα. Όχι λόγια. Όχι κηρύγματα. Όχι ρητορίες. Ήταν βίωμα. Ήταν η ανατροπή σε ένα περιβάλλον που προσπαθούσε να βρει τρόπους επιβίωσης. Ο κύκλος όμως είχε κλείσει.

Καθώς έβλεπα τα όσα συνέβαιναν στο ναό όσο διαρκούσε η λειτουργία σκεφτόμουν πως όλα εκεί μέσα ήταν ξένα προς τον άγιο. Ίσως το μόνο δυνατό ήταν η πίστη όλων αυτών των απλών καθημερινών ανθρώπων που έκαμαν το σταυρό τους μπροστά στο λείψανο του αγίου. Όλα τα υπόλοιπα έθος ίσως χωρίς καμία άλλη διάσταση.

Φεύγοντας είδα να περιμένουν τα αγήματα, τα πυροβόλα κι άλλα παρόμοια για τη λιτανεία, για το μεγαλειώδες της ημέρας. Λες και η μέρα χρειάζεται όλα αυτά για να είναι μεγαλειώδης. Νομίζω κάπου εκεί στα σκαλοπάτια είδα το Νέστορα να χαζεύει και να χαμογελάει που μετά από τόσους αιώνες ακόμη δεν καταλάβαμε τίποτα ούτε από το μαρτύριο του αγίου , ούτε κι από τη δική του νίκη κατά του Λιαίου. 

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Μακάριοι οι ειρηνοποιοί




Τον Ιωάννη δεν τον έχω συναντήσει ποτέ από κοντά. Έχουμε κατά καιρούς ανταλλάξει μηνύματα και έχουμε μιλήσει τηλεφωνικά για θέματα που αφορούσαν τόσο τις σπουδές του όσο και την ενασχόληση του με τον ακτιβισμό. 

Χθες εμφανίστηκε στην οθόνη μου αυτή η φωτογραφία. Ομολογώ πως δεν κατάλαβα από την αρχή ποιος είναι. Ένιωσα φρίκη βλέποντας τα αίματα και τις μελανιές. Διάβασα το δημοσίευμα στο tvxs. Κάποιοι μάγκες έδειξαν την μαγκιά τους στα σκοτεινά και με την σιγουριά της αριθμητικής υπεροχής. Κοινώς τζάμπα μάγκες. 

Η αστυνομία έχει την απόλυτη ευθύνη να τους βρει. Η τοποική κοινωνία να θωρακιστεί από τέτοιου είδους άτομα που αμαυρώνουν μια ολόκληρη πόλη. Ξάφνου ούτε όλοι στο Ρέθυμνο μαυρίζουν στο ξύλο τον κάθε περαστικό, ακόμη κι αν αυτός διαφέρει από τους ίδιους. Η ολοκληρωτικές αντιλήψεις κάποιων δήθεν προοδευτικών που βαφτίζουν τους κρητικούς συλλήβδην φασίστες, τραμπούκους και άλλα παρόμοια είναι το ίδιο και ίσως περισσότερο φασιστικές. 

Σε κάτι τέτοιες στιγμές θα πρέπει να ξυπνάει μέσα μας η συλλογική ευθύνη των αιτίων κάθε πράξης βίας. Από το σπίτι μας, το νηπιαγωγείο της γειτονιάς μας, το Πανεπιστήμιο της πόλης μας, τις πλατείες της χώρας μας. Κανένας δεν γεννήθηκε με το ρόπαλο στο χέρι. Κάποιος, κάποιοι για λόγους διάφορους του το έβαλαν στο χέρι και τώρα "όποιον πάρει ο χάρος". 

Η δημοσιοποίηση του περιστατικού μπορεί να έχει πολλαπλές αναγνώσεις. Προσωπικά κρατώ μία από αυτές. Όσο θα βλέπω αυτή τη φωτογραφία τόσο θα παλεύω για την εξάλλειψη κάθε μορφής βίας από όπου κι αν αυτή πηγάζει και σε όποιον κι αν κατευθύνετα. Αυτή είναι η διδασκαλία του Χριστού, ακόμη κι αν κι εμείς που τον διδάσκουμε το έχουμε ξεχάσει : "«Μακάριοι οι ειρονοποιοί ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται».

Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

Συναξάρι των πόλεων...(ή λόγος περί αλλαγής φύλου)



Σήμερα το απόγευμα την ώρα που πήγαινε ο ήλιο να χαθεί πάνω από την πόλη θέλησα να πάω έναν μικρό περίπατο εδώ στη γειτονιά μου. Άρχισα να κατεβαίνω προς το σταθμό των τραίνων. Ο δρόμος με έφερε μπροστά από την εκκλησία των Αγίων Πάντων. Είχα πολλά χρόνια να μπω μέσα. Ας ανάψω σκέφτηκα ένα κερί. Η εκκλησία άδεια και μόνο τα καντήλια και η μυρωδιά από το καμένο λιβάνι έκαναν την ατμόσφαιρα να είναι αλλιώτικη από εκείνη του δρόμου εκεί έξω. Κάθησα λίγο σε ένα στασίδι και είπα μερικές κουβέντες προσευχής, 

Φεύγοντας μέσα στο ημίφως είδα μια φιγούρα που με παρατηρούσε. Κοίταξα καλύτερα. Ένα πρόσωπο γνωστό, μα πολύ πιο γερασμένο από τότε που το θυμάμαι. Ο πατήρ Κωνσταντίνος για χρόνια πολλά εφημέριος του ναού. Πήγα κοντά του κι έσκυψα να του φιλήσω το χέρι. Δεν με άφησε. Του είπα πως τον θυμάμαι παιδί όταν λειτουργούσε και μίλαγε. Τον θαύμαζα και σκεφτόμουν τη στιγμή που θα γίνω σαν εκείνον. Το πρόσωπο του παππούλη ήταν τόσο γαλήνιο και τόσο γελαστό. Με πήρε από το χέρι και με οδήγησε έξω από την εκκλησία. Καθήσαμε σε ένα παγκάκι. 

"Εδώ έξω πρέπει να είμαστε οι παπάδες γιε μου. Στον κόσμο που τρέχει από το πρωί ίσαμε τη νύχτα. Να τους χαμογελάμε και να τους ευλογάμε να έχουν κουράγιο". Ολόκληρο το ευαγγέλιο του Χριστού σε μια κουβέντα. Το ωραιότερο κήρυγμα σε ένα παγκάκι. Είπαμε πολλά με τον παππού. Θυμηθήκαμε τον π. Ευγένιο, τον δεσπότη μας το Δινύσιο κι άλλους πολλούς. Έφτασε η κουβέντα και στο νόμο για την αλλαγή φύλου. "Άκου γιε μου. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε το σταυρό μας. Κι όλοι παιδιά του Θεού είμαστε. Μακάρι οι νόμοι να άλλαζαν το μυαλό του κόσμου. Παιδεία θέλει ο κόσμος για να δείξει σέβας στον άλλο. Θα σου πω μια δική μου ιστορία. Μια μέρα καθόμουν πάλι εδω σε τούτο το παγκάκι. Δίπλα καθόταν μια παρέα από αγόρια. Σε λίγο από μπροστά μας πέρασε ο Βασίλης. Το Βασιλάκι τον ήξερα από μωρό σαράντα ημερών. Μου τον είχε φέρει η μάνα του να τον σαραντίσω. Καλό παιδί. Ικανός και έξυπνος. Από παιδάκι καταλάβαινες πως ετούτο μέσα του κρύβει ένα κορίτσι. Η φωνή, οι κινήσεις ακόμη και ο χαρακτήρας ήταν αλλιώτικος από των άλλων αγοριών. 

Κάποια μέρα ήρθε και μου μίλησε. Κόντευε τα 14. Έκλαιγε συνέχεια. Δεν το θελε αλλά δεν μπορούσε αλλιώς. Δεν ήθελε να είναι αγόρι. Βαρέθηκε να τον κοροϊδεύουν. Τον άφησα να τα πεί όλα. Να κλάψει όση ώρα ήθελε. Δεν είπα τίποτα εγώ. Μόνο να έρχεται και να μου μιλάει του ζήτησα. 

Πέρασαν τα χρόνια κι ο Βασίλης είχε κάνει την επιλογή του μια για πάντα. Γυναικείο ντύσιμο, γυναικείο όνομα. Χαθήκαμε. Είχε φύγει για πολλά χρόνια από την πόλη. Γύρισε όταν πια η μάνα του έπεσε στο κρεβάτι κι έπρεπε να της σταθεί. 

Η παρέα των αγοριών που μάλλον την ήξεραν, όταν την είδαν να περνάει άρχισαν τα γνωστά δήθεν αντρικά. Εκείνη δεν γύρισε να κοιτάξει και συνέχισε να περπατά. Τα βλέματα μας διασταυρώθηκαν. "Μη δίνεις σημασία. Κι εμένα με κορόϊδευαν επειδή έγινα παπάς. Γιατί ήμουν διαφορετικός από εκείνους. Όπως είσαι κι εσύ χαρά μου". Ήρθε να μου φιλήσει το χέρι. "Τα παιδιά φιλάνε τον πατέρα τους στο μάγουλο" της είπα και αγκαλιαστήκαμε εκεί μπροστά στο δρόμο, με την παρέα των αγοριών να έχουν χάσει τη λαλιά τους". Τι να τον κάνω εγώ γιε μου τον νόμο του Κράτους, όταν είμαι απαίδευτος και αγροίκος. 

Έφυγα, έχοντας την αίσθηση πως κάπως έτσι θα είναι οι ιστορίες σε ένα σύγχρονο συναξάρι των πόλεων...