Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2019

Ο Χριστός μας απαλλάσει από το φόβο του θανάτου.




Γ΄ Κυριακή του Λουκά (Λκ. 7, 11-16)

Εκείνο τον καιρό, πήγε ο Ιησούς σε μια πόλη που λεγόταν Ναΐν. Μαζί του ήταν αρκετοί μαθητές του και πολύ πλήθος. Την ώρα που πλησίαζαν στην πύλη της πόλης, έβγαζαν έναν νεκρό, τον μονάκριβο γιο μιας μάνας, που μάλιστα ηταν χήρα. Κόσμος πολύς απο την πόλη τη συνόδευε. Όταν είδε τη χήρα ο Κύριος, τη σπλαχνίστηκε και της είπε: «Μην κλαίς». Έπειτα προχώρησε, ακούμπησε τη σορό, και αφού στο μεταξύ αυτοί που βαστούσαν το φέρετρο σταμάτησαν, είπε: «Νεαρέ, σε διατάζω να σηκωθείς». Ο νεκρός ανακάθισε κι άρχισε να μιλάει. Ο Ιησούς τότε τον παρέδωσε στη μητέρα του. Όλους τους κυρίευψε δέος και δόξαζαν τον Θεό: «Μεγάλος προφήτης», έλεγαν, «εμφανίστηκε ανάμεσα μας!» και: «Ο Θεός ήρθε να σώσει τον λαό του!».


Σχολιασμός
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή είναι παρμένη απο το 7ο κεφάλαιο του Κατά Λουκάν Ιερού Ευαγγελίου. Στους στίχους αυτούς περιγράφεται η ανάσταση του γιού μας χήρας από την πόλη της Ναΐν, η οποία βρίσκεται νοτιοδυτικά και όχι πολύ μακριά από την πόλη της Καπερναούμ όπου βρισκόταν προηγουμένως ο Ιησούς Χριστός. Φεύγοντας, λοιπόν, ο Ιησούς Χριστός από την πόλη της Καπερναούμ, όπου είχε θεραπεύσει το δούλο του εκατοντάρχου, έρχεται στην πόλη της Ναΐν μαζί με αρκετούς μαθητές του και πολύ κόσμο που τον ακολουθούσε. Καθώς πλησίαζαν στην είσοδο της πόλης συνάντησαν μια νεκρική πομπή που μετέφερε ένα νεαρό νεκρό. Ο νεαρός αυτός ήταν ο  μονάκριβος γιος μιας μάνας, η οποία ήταν χήρα. Όταν είδε τη σκηνή αυτή ο Κύριος ευσπλαχνίστηκε τη χήρα αυτή και της είπε να μην κλαίει. Ακολούθως προχώρησε προς το νεαρό και αφού ακούμπησε τη σορό, του είπε: «Νεαρέ σε διατάζω να σηκωθείς». Αμέσως ο νεκρός σηκώθηκε και άρχισε να μιλάει. Τότε ο Κύριος τον παρέδωσε στη μητέρα του. Όλοι όσοι  βρισκόντουσαν εκεί κυριεύτηκαν από μεγάλο δέος και δόξαζαν τον Θεό, λέγοντας ότι εμφανίστηκε μεγάλος προφήτης αναμεσά μας και ο Θεός ήρθε να σώσει το λαό του. Αυτή η φήμη για τον Ιησού, διαδόθηκε σ ολόκληρη την Ιουδαία και τα περιχωρά της.
Το θαύμα αυτό της ανάστασης του γιού της χήρας στη Ναΐν μας το περιγράφει μόνο ο Ευαγγελιστής Λουκάς και εντάσσεται στη Γαλιλαϊκή δράση του Ιησού Χριστού. Μέσα από το θαύμα αυτό, αλλά και γενικότερα μεσά από ολα τα θαύματα του Ιησού Χριστού, αποκαλύπτεται στους ανθρώπους η θεότητα του αλλά και η εξουσία σε όλη την κτίση ακόμα και στον θάνατο. Φαίνεται ακόμη η έναρξη της βασιλείας του Θεού, αλλά και το σχέδιο για τη σωτηρία των ανθρώπων.
Ο Ιησούς Χριστός κατά την επί γης παρουσία του, επιτέλεσε τρία θαύματα που αφορούν ανάσταση νεκρών. Ανέστησε το γιό της χήρας στη Ναΐν, την κόρη του αρχισυναγώγου Ιαείρου, και τον φίλο του τον Λάζαρο. Το μεγαλύτερο όμως από όλα τα θαύματα που επιτέλεσε και που έχει ιδιαίτερη σημασία και για τον καθένα από εμάς, είναι η Ανάσταση του ιδίου του Ιησού Χριστού, με την οποία μας ελευθέρωσε από τα δεσμά του θανάτου και μας χάρισε την αιώνια ζωή.
Ένα σημαντικό πράγμα που πρέπει να παρατηρήσουμε και στις τρείς αναστάσεις νεκρών που έκανε ο Ιησούς Χριστός, είναι η δύναμη και η εξουσία του κατά του θανατού. Αυτό μας φανερώνει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο υιός του Θεού, είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας, ο οποίος ήρθε στον κόσμο για να σώσει τον άνθρωπο. Οι παρευρισκόμενοι εκεί όταν είδαν τον νεκρό ν’ ανασταίνεται και να μιλάει, έλεγαν ότι «προφήτης μέγας εγήγερτε εν ημίν». Αυτό μας δείχνει ότι γνώριζαν την ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης, και τις δύο νεκραναστάσεις που προηγήθηκαν. Η μία από τον προφήτη Ηλία, ο οποίος ανέστησε τον υιό της χήρας στα Σάρεττα της Συδονίας (Γ’ Βασ. 17,20-23) και η άλλη από τον προφήτη Ελισσαίο, ο οποίος ανέστησε τον γιό της Σωμανίτισας (Δ’ Βασ. 4, 33-36). Αυτές όμως οι νεκραναστάσεις από τους προφήτες έγιναν αφού προηγήθηκε θερμή προσευχή προς τον Θεό. Οι νεκραναστάσεις που επιτέλεσε ο Ιησούς Χριστός έγιναν με τη δική του εξουσία γι αυτό και προκαλούσαν το φόβο ανάμεσα στο πλήθος.
Μέσα από το σημερινό Ευαγγέλιο, μπορούμε να δούμε τη διάσταση που έχει ο θάνατος και κατ’ επέκταση ο πόνος ο οποίος προκαλείται μέσα απ΄ αυτόν. Βλέπουμε την χήρα μάνα να πλήττεται για δεύτερη φορά από το θάνατο, αφού προηγουμένως είχε ξαναζήσει το θάνατο του συζύγου της. Αυτό όμως σιγά σιγά κατάφερε να το ξεπεράσει, έχοντας ως παρηγοριά τον μονογενή υιό της. Τώρα που χάνει κι αυτόν, ο πόνος είναι αβάσταχτος. Μπορούμε ν’ αντιληφθούμε το δράμα που περνά αυτή η γυναίκα, βλέποντας και σήμερα μανάδες που χάνουν τα παιδιά τους. Έχουμε συνηθίσει τα παιδιά να κηδεύουν τους γονείς τους. Αρκετές φορές όμως βλέπουμε να συμβαίνει το αντίθετο, οι γονείς να κηδεύουν τα παιδιά τους και να βρίσκονται αντιμέτωποι με αυτή την απαρηγόρητη κατάσταση. Αυτή η συνάντηση του Ιησού Χρισυού με τη νεκρική πομπή και τη τελική έκβαση της πορείας, δηλαδή την ανάσταση του νεκρού νέου, φανερώνει τη νίκη της ζωής κατά του θανάτου. Ο Ιησούς Χριστός, είναι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου. Η εκφορά του νεκρού από την πόλη, φανερώνει τη νίκη του θανάτου πάνω στον άνθρωπο, η οποία αποτελεί μια παρά φύση κατάσταση. Η κατάσταση αυτή λαμβάνει τέλος, όταν συναντηθεί μαζί με την πηγή της ζωής, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Εκεί ο θάνατος παύει να υπάρχει και επικρατεί η ζωή.
Ο πόνος και ο θάνατος αποτελούν δεδομένα, τα οποία είναι αδύνατο να τ’ αποφύγουμε. Κάποια στιγμή της ζωής μας όλοι θα βρεθούμε αντιμέτωποι μ’ αυτά. Η παρουσία του Ιησού Χριστού στη ζωή μας, αποτελεί την πηγή της ελπίδας και τη βεβαιότητα της Ανάστασης. Αυτή η εμπειρία της Ανάστασης, οδηγεί στην υπέρβαση του θανάτου. Αυτό που απομένει σ’ εμάς, είναι με πίστη και εμπιστοσύνη να του αναθέτουμε τη ζωή μας, μέχρι την ημέρα της κοινής αναστάσεως μας.


Κυριακή, 21 Ιουλίου 2019

"ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται "



Ήταν δυο απόκληροι της κοινωνίας τους. Πεταμένοι σαν κάτι άχρηστο έξω από τα τείχη της πόλης τους, ζούνε παρέα με τους νεκρούς. Είχαν μέσα τους το κακό. Φυλακισμένοι στο σκοτάδι, παραδομένοι στην απόλυτη απελπισία. Η όψη τους σκορπίζει τον τρόμο. Όλοι στα Γάδαρα τους φοβούνται και φεύγουν μακριά.

Όλοι εκτός από τον Έναν. Εκείνον που είναι ο απόλυτος κυρίαρχος επάνω σε κάθετι σκοτεινό και δαιμονιώδες. Η παρουσία Του γίνεται αντιληπτή από τον "άρχοντα του σκότους" και κάνει αυτό που δεν είχαν κάνει όλοι εκείνοι που τον περίμεναν μέσα στο διάβα των αιώνων σαν τον Μεσσία. "Τί ημίν και σοί, υιέ του Θεού;". Ο διάβολος τρέμει και σπαρταράει μπροστά Του. Ξέρει πως και μόνο μια κουβέντά Του είναι ικανή να τον εξοντώσει, να τον συντρίψει.

Κι αυτό θα κάνει για ακόμη μια φορά. Γι΄ αυτό άλλωστε έγινε άνθρωπος ο Υιός του Θεού. Για να λέει με την απόλυτη βεβαιότητα το "υπάγετε" σε κάθε τι που αλλοιώνει την ελευθερία του ανθρώπου, σε κάθετι που κάνει το πλάσμα Του έρμαιο στα σκοτεινά και δαιδαλώδη μονοπάτια του κακού. Εικόνα του Θεού ο άνθρωπος και σαν τέτοια τον θέλει μέσα στον κόσμο, μέσα στην κτίση. Φως και αλάτι του κόσμου.

Μπορεί για λίγο να φαίνεται πως το κακό είναι δυνατό και έχει τάσεις κυριαρχίας στον κόσμο. Δεν είναι όμως. Είναι αδύναμο και αποτελεί αυταπάτη όλων εκείνων που θα το ήθελαν να γίνει μοναδική επιλογή. Να γίνει ο τρόπος ζωής των ανθρώπων, ώστε να μην χρειάζεται κανένας αγώνας και καμία προσπάθεια καθένας από εμάς να προσπαθεί για το "λίγο" παραπάνω. Αυτό το "λίγο" που μπορεί όμως να αλλάξει έναν κόσμο ολόκληρο ακόμη και την ύστατη στιγμή που όλα μπορεί να δείχνουν πως οδηγείται στην καταστροφή.

Εμείς επιλέγουμε τη ζωή που θέλουμε. Εμείς ανοίγουμε ή κλείνουμε την πόρτα. Εμείς είμαστε εκείνοι που πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά την παρουσία μας στον κόσμο ως το Φως. Μου έρχεται στο μυαλό το βιβλίο του Πάουλο Κοέλιο : "Το εγχειρίδιο του πολεμιστή του φωτός". Το δικό μας εγχειρίδιο είναι το ευαγγέλιο της ανάστασης και της ελπίδας, έτσι όπως γράφτηκε επάνω στο Σταυρό από τον "αδύναμο" Ιησού, "ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται ".

π. Ι.Κ.


Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2019

"Η ποιμαντική εμπειρία ενός ιερέα της υπαίθρου κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης"




Αγαπητές αδερφές και αδερφοί Χριστός Ανέστη!
Θα ήθελα να σας καλωσορίσω στην μικρή μας κοινότητα εκ μέρους όλων των κατοίκων. Ίσως ήδη το γνωρίζεται η σημερινή μας εκδρομή στο μοναστήρι της Ορμύλιας, είναι προσφορά του Ταμείου του Πολιτιστικού Συλλόγου της κοινότητας μας, καθώς και της Ενορίας μας. Το αναφέρω αυτό απλά και μόνο για να σημειώσω πως ισχύει ο λόγος του Χριστού που λέει να μην φοβόμαστε το μικρό ποίμνιο. Ίσως από τους μικρούς και ταπεινούς αυτού του κόσμου, μπορούν να αλλάξουν πολλά πράγματα στον κόσμο.

Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα, έφερε στην επιφάνεια πολλά από εκείνα τα προβλήματα τα οποία για αρκετά χρόνια προσπαθούσαμε να κρύψουμε. Η κρίση μας έδωσε την ευκαιρία να σκεφτούμε πως ίσως η δικές μας προσωπικές επιλογές μας οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση. Θυμάμαι την εποχή που η Αθήνα προετοιμαζόταν για τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004 που όλοι ζούσαμε μέσα σε ένα παραμύθι. Όλα έμοιαζαν τόσο υπέροχα. Εγώ την εποχή εκείνη ζούσα στο Λονδίνο. Όταν επισκέφτηκα την Αθήνα και είδα όλα αυτά τα ολυμπιακά έργα, σκέφτηκα ένα και μοναδικό πράγμα. Ποιος δουλεύει σε αυτή τη χώρα τόσο σκληρά, για τα τόσα έξοδα, για τις αυξήσεις στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, για την πολυτέλεια στη ζωή των πολιτών αυτής της χώρας;

Έξι χρόνια αργότερα, στις 8 Μαίου 2010 η Ελλάδα υπογράφει την πρώτη δανειακή σύμβαση με την Ε.Ε. και το ΔΝΤ δηλ. το πρώτο μνημόνιο για 80.000.000.000 ευρώ. Κι από τότε μέχρι και σήμερα πολλά στη ζωή των Ελλήνων έχουν αλλάξει. Χιλιάδες άνεργοι, οικογένειες στα όρια της φτώχιας, άστεγοι, αυτοκτονίες. Το παραμύθι της ευημερίας, μετατράπηκε σε εφιάλτη. Σε αυτή την οριακή στιγμή για τον τόπο δεν θα ήταν δυνατό η Εκκλησία να μην σταθεί κοντά σε όλους εκείνους που την είχαν ανάγκη. Κι αυτό έκανε. Αυτό το καθημερινό φαγητό το οποίο είναι ικανό να κάνει έναν άνθρωπο να φτάσει στην απόλυτη απόγνωση, ακόμη και στο έγκλημα, το δίνει μέχρι και σήμερα σε χιλιάδες σπιτικά που δεν έχουν ούτε κι αυτό το ψωμί.

Ο καθηγητής Τσιρώνης μου ζήτησε να σας μιλήσω για την ποιμαντική μου εμπειρία μου στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, από την ματιά ενός ιερέα της υπαίθρου και πιο συγκεκριμένα σε σχέση με τους νέους. Είναι αλήθεια πως η ύπαιθρος είχε λιγότερα τραύματα από την κρίση σε σχέση με τα μεγάλα αστικά κέντρα. Κι αυτό γιατί το κόστος ζωής στην ύπαιθρο είναι πολύ μικρότερο, όπως επίσης και οι καθημερινές ανάγκες των ανθρώπων πιο λίγες. Αυτό που έγινε σχεδόν αμέσως αντιληπτό ήταν η επιστροφή πολλών νέων από τα αστικά κέντρα στην ύπαιθρο, για να ασχοληθούν με τις αγροτικές εργασίες. Όπως είναι φαντάζομαι κατανοητό σε όλους μας δεν είναι εύκολο από τη μια στιγμή στην άλλη να ξεχάσει κανείς την πόλη, και να γίνει αγρότης. Όπως επίσης δεν είναι εύκολο όταν κάποιος έχει μάθει να ζει για χρόνια μόνος, στο δικό του σπίτι, να αναγκάζεται να επιστρέψει στους γονείς του και να περιμένει να ζήσει με τη σύνταξη τους.

Έχω μερικές δεκάδες από τέτοιες ιστορίες που θα μπορούσα να μοιραστώ μαζί σας, ακούγοντας από τη μια πλευρά τους γονείς και από την άλλη τα παιδιά τους για τα νέα δεδομένα στη ζωή τους. Η αρχή ήταν δύσκολη, όπως για όλα τα πράγματα. Ξαφνικά όμως, όλοι άρχισαν να ανκαλύπτουν πτυχές της ζωής που είχαν ξεχάσει, ή που πριν από χρόνια δεν είχαν ποτέ σκεφτεί. Η περιοχή στην οποία είμαι εφημέριος έχει το πλεονέκτημα να βρίσκεται κοντά σε μια λίμνη κι επίσης κοντά στη θάλασσα. Η λίμνη έδωσε τις κλιματικές συνθήκες για να δημιουργηθούν ίσως μερικά από τα καλύτερα φυτώρια καλλοπιστικών φυτών, ενώ η θάλασσα εποχιακή εργασία για πολλούς νέους κατά τη διάρκεια της καλοκαιρινής τουριστικής περιόδου.

Τώρα το ερώτημα είναι τί μπορεί να κάνει ένας ιερέας μέσα σε όλα αυτά τα θέματα. Συνήθως κάνει τον "πυροσβέστη", που σβήνει τις φωτιές μέσα στις οικογένειες. Φανταστείτε ένα σπίτι στο οποίο πριν την κρίση ζούσαν το ζευγάρι των συνταξιούχων γονιών με την άρρωστη υπερήλικη γιαγιά κι έρχεται να ζήσει μαζί τους το άνεργο ζευγάρι μαζί με το τετράχρονο κοριτσάκι τους. Ο καθένας από τα μέλη αυτής της οικογένειας χρειάζεται συμβουλευτική και ψυχολογική υποστήριξη αρκετών ωρών μέσα στην εβδομάδα. Κι επειδή πλέον στην ύπαιθρο ο μόνος που έχει μείνει στις μικρές κοινότητες είναι ο ιερέας, αυτός καλείται να παίξει πολλούς ρόλους, χωρίς πολλές φορές και ο ίδιος να το περιμένει.

Η εμπειρία μου αυτά τα χρόνια μου δίδαξε ακόμη κάτι. Η οικονομική κρίση θα μπορούσε να αποτελέσει μια μοναδική ευκαιρία για όλους μας να κάνουμε πράγματα δημιουργικά με φαντασία και μεράκι. Δεν είμαι σίγουρος αν κάτι τέτοιο πέρασε από τη σκέψη των τοπικών κοινωνιών. Ακόμη δεν είμαι σίγουρος κι αν πέρασε κι από τη σκέψη της Εκκλησίας. Θυμάμαι πάντα εκείνες τις φράσεις από τη σοφία των Κινέζων : "Αν δώσεις ένα ψάρι σ' έναν άνθρωπο θα φάει μια φορά. Αν του μάθεις να ψαρεύει θα τρώει σ' όλη του τη ζωή" ή "Αν τα σχέδιά σου είναι για ένα χρόνο σπείρε σπόρους. Αν είναι για δέκα χρόνια, φύτεψε ένα δέντρο. Αν είναι για εκατό χρόνια, μόρφωσε το λαό". (Κουάνγκ Τσέου). Εκεί βρίσκεται η πρόκληση. Κανένας δεν μπορεί να παραθεωρήσει τα σισίτια, αλλά επίσης και όλοι θα συμφωνήσουμε πως με τον τρόπο αυτό δεν αλλάζεις πολλά πράγματα σε σχέση με το μέλλον. Ο συνδυασμός όμως εκπαίδευσης και υποστήριξης θα μπορούσε να δημιουργήσει ακόμη και αυτήν την πολυπόθητη ανάπτυξη.

Η Εκκλησία θα μπορούσε στις αγροτικές περιοχές, καθώς και σε μέρη εκτός του αστικού ιστού , να δημιουργήσει προϋποθέσεις για την εκπαίδευση νέων σε καινοτόμες καλλιέργειες και επιχειρηματικές δράσεις, έχοντας το ρόλο του συντονιστή σε συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση. Ο Έλληνας ακόμη και σήμερα δεν έχει καταλάβει πως το μέλλον ανήκει στην ομάδα και όχι στο άτομο. Η Εκκλησία ως εκφραστής της ευχαριστιακής κοινότητας και βιώνοντας μέσα στην ιστορία των δύο χιλιάδων χρόνων της την έννοια της "κοινωνίας" έχει ακόμη και τώρα ,που ίσως να πράγματα να δείχνουν λίγο καλύτερα, μια μοναδική ευκαιρία να παίξει αυτό το ρόλο.

Κι εδώ το STRAPAC μπορεί να δώσει προτάσεις και αρκετή φαντασία στα όσο όμορφα και δημιουργικά ο καθένας από εμάς, θα θέλαμε να εφαρμόσουμε στην διακονία μας, σε όποια θέση κι αν έχουμε κληθεί να διακονήσουμε.

Σας ευχαριστώ!


"Επίσκεψη συνέδρων του προγράμματος Erasmus Plus στην ενορία των Αγίων Αναργύρων Κοκκαλούς"


Στην ενορία των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού της Κοκκαλούς της Μητροπόλεως Ιερισσού, φιλοξενήθηκαν την Τρίτη 4 Ιουνίου οι συμμετέχοντες στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα της Ε.Ε. στο πλαίσιο των προγραμμάτων του Erasmus plus με το γενικό τίτλο : "Θρησκευτικές Κοινότητες και Πολυπολιτισμικότητα". Το συγκεκριμένο πρόγραμμα ξεκίνησε πριν από περίπου τρία χρόνια, αποτελούμενο από το Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, την Θεολογική Σχολή της Κραϊόβας, τη Θεολογική Σχολή της Σόφιας, την Θεολογική Ακαδημία MF της Νορβηγίας καθώς και τον οργανισμό GAL del Ducato από την Πάρμα της Ιταλία.

Οι συμμετέχοντες είχαν την ευκαιρία μέσα από εισηγήσεις και επισκέψεις κατά την παραμονή τους στη Θεσσαλονίκη από τις 3 έως και τις 8 Ιουνίου να ενημερωθούν για τον τρόπο παρέμβασης τόσο της Εκκλησίας και των τοπικών Μητροπόλεων, όσο και άλλων φορέων και οργανισμών του Νομού Θεσσαλονίκης κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Αν και οι περισσότερες από τις εισηγήσεις έγιναν στο κτήριο της Θεολογικής, η αγάπη και το πνεύμα φιλοξενίας των ενοριτών της Κοκκαλούς, οδήγησε τους συνέδρους μαζί με τους υπευθύνους καθηγητές της Θεολογικής Σχολής, κ. Χρήστος Τσιρώνη, κ. Νίκη Παπαγεωργίου και κ. Πέτρο Παναγιωτόπουλο καθώς και ομάδα φοιτητών να περάσουν μια ολόκληρη μέρα μαζί τους απολαμβάνωντας αμφότεροι τη χαρά της κοινωνίας.

Η ημέρα ξεκίνησε με την κοινή επίσκεψη στην Ιερά Μονή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Ορμύλιας, όπου οι μοναχές ξενάγησαν τους επισκέπτες τόσο στην Μονή, όσο και στο ιατρικό-διαγνωστικό κέντρο το οποίο λειτουργεί χάρη στην άοκνη φροντίδα της αδελφότητας για τον πάσχοντα αδελφό. Ιδιαίτερη ευλογία για όλους υπήρξε το τρισάγιο το οποίο έψαλαν στον τάφο του μακαριστού γέροντος Αιμιλιανού. Εμπειρία μοναδική καθώς το "Χριστός Ανέστη" ακούστηκε στις γλώσσες των επισκεπτών, μια ακόμη απόδειξη της οικουμενικής διάστασης του χριστιανισμού.

Με ενδιάμεση στάση στο Σταυρό Χαλκιδικής, για το γεύμα, επόμενος σταθμός η Κοκκαλού και το παλιό Δημοτικό Σχολείο το οποίο πλέον χρησιμοποιείται ως χώρος εκδηλώσεων της ενορίας. Εκεί περίμεναν όλα όσα νόστιμα είχαν ετοιμάσει οι συνεργάτιδες του εφημερίου της ενορίας π. Ιουστίνου Κεφαλούρου, ο οποίος μαζί με τον καθηγητή κ. Πέτρο Παναγιωτόπουλο ήταν οι δύο ομιλητές της ημέρας. Ο π. Ιουστίνος μίλησε για την ποιμαντική εμπειρία που ο ίδιος έχει αποκομίσει κατά τα έτη της οικονομικής κρίσης ως ιερέας μιας αγροτικής περιοχής, καθώς και τους τρόπους ποιμαντικής αντιμετώπισης των προβλημάτων που η κρίση έχει δημιουργήσει. Επίσης μετέφερε σε όλους τις ευχές του οικείου Επισκόπου κ. Θεοκλήτου, καθώς και το συνεχές ενδιαφέρον της τοπικής Εκκλησίας για όσους έχουν ανάγκη από βοήθεια. Στο πλαίσιο αυτής της φροντίδας ο π. Ιουστίνος μίλησε για το Κοινωνικό Παντοπωλείο που λειτουργεί στην Μητρόπολη μας, καθώς και την συνεισφορά των ενοριών σε αυτή την προσπάθεια. Με τη σειρά του ο καθηγητής κ. Π. Παναγιωτόπουλος μίλησε για την δική του ενοριακή εμπειρία από την πλευρά μιας μεγάλης αστικής ενορίας στην οποία διακονεί ως λαϊκό στέλεχος. Η συζήτηση που ακολούθησε, έφερε στο προσκήνιο τόσο μεν την αγωνία όλων για το μέλλον, όσο και την αισοδοξία πως η κοινή συμπόρευση των ευρωπαίων πολιτών μπορεί να δώσει την λύση και την απάντηση στα φλέγοντα ζητήματα που αφορούν τα κράτη μέλη της Ε.Ε.

Η ημέρα τελείωσε με ευχαριστίες από τον κ. Τσιρώνη τόσο προς τον π. Ιουστίνο, όσο και προς τους ενορίτες για την αγάπη και την φιλοξενία σε όλους τους συνέδρους και την ελπίδα πως σύντομα θα υπάρξει και πάλι η χαρά της συνάντησης και της επικοινωνίας, για την ανταλλαγή απόψεων και εμπειριών.


π. Ι. Κ.








Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2019

Κυριακή της Χαναναίας


(Ματθαίος 15, 21-28
Εκείνο τον καιρό, ο Ιησούς αναχώρησε για την περιοχή της Τύρου και της Σιδώνας. Τότε μια γυναίκα Χαναναία βγήκε έξω από τα όρια της περιοχής εκείνης και του φώναζε δυνατά: «Ελέησέ με, Κύριε, Υιέ του Δαβίδ. Η θυγατέρα μου βασανίζεται από δαιμόνιο». Αυτός δεν της απαντούσε λέξη. Τον πλησίασαν τότε οι μαθητές του και τον παρακαλούσαν: «Διώξε την, γιατί μας ακολουθεί και φωνάζει». Ο Ιησούς είπε: «Έχω αποσταλεί μόνο για τους πλανεμένους Ισραηλίτες». Εκείνη όμως ήρθε και τον προσκύνησε λέγοντας: «Κύριε, βοήθησέ με». Αυτός της αποκρίθηκε: «Δεν είναι σωστό να πάρει κανείς το ψωμί των παιδιών και να το πετάξει στα σκυλιά». «Ναι, Κύριε», είπε εκείνη, «αλλά και τα σκυλιά τρώνε από τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των κυρίων τους». Τότε ο Ιησούς της απάντησε: «Μεγάλη είναι η πίστη σου, γυναίκα! Ας γίνει όπως το θέλεις». Κι από κείνη την ώρα γιατρεύτηκε η θυγατέρα της. 


Κατά τον απόστολο Πέτρο ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης, αλλά κάθε άνθρωπος, σ’ όποιο έθνος κι αν ανήκει όταν είναι θεοφοβούμενος και εργάζεται δικαιοσύνη, αγωνιζόμενος για τον ενάρετο βίο, είναι δεκτός από τον Θεό.

Εντούτοις, όταν η Χαναναία γυνή, η “εξελθούσα” από τα όρια των εθνικών πόλεων Τύρου και Σιδώνος, προκειμένου να συναντήσει τον Κύριο, ο οποίος είχε πλησιάσει στην περιοχή αυτή, θέλησε να μιλήσει μαζί του, Εκείνος δεν έδειξε διάθεση να της απευθύνει λόγο. Απέφυγε τον διάλογο με την γυναίκα αυτή.
Σύμφωνα με το σχετικό ευαγγελικό κείμενο, «μόλις η Χαναναία γυνή πλησίασε την ακολουθία του Κυρίου, άρχισε να κραυγάζει δυνατά για να την ακούσει και να την προσέξει· ελέησόν με Κύριε, υιέ Δαβίδ· η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται, ο Κύριος όμως ουκ απεκρίθη αυτή λόγον!». Δεν της έδωσε σημασία. Μάλιστα, όταν οι μαθητές του, ενοχλημένοι από τις κραυγές της Χαναναίας, τον παρεκάλεσαν· «απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών», ο Κύριος “διέψευσε” τον λόγο του Πέτρου, ότι ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης και δεν κάνει διάκριση μεταξύ των εθνών και του Ισραήλ, λέγοντας στους μαθητές του· «ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ».
Παρά την απογοητευτική εν τούτοις απάντηση του Κυρίου προς τους μαθητές του, για την δύστυχη γυναίκα, την Χαναναία, εκείνη συνέχισε να επιμένει στο αίτημά της· «Κύριε, βοήθει μο». Τότε ο Κύριος μίλησε, για να της δηλώσει, με λόγο προσβλητικό, ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο επικοινωνίας του μαζί της. Για ποιο λόγο άραγε; Διότι· «ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις». Οποιοσδήποτε κι αν ήταν ο αποδέκτης αυτού του σκληρού και ταπεινωτικού λόγου του Κυρίου, θα προσπαθούσε το γρηγορότερο να εξαφανισθεί από προσώπου Κυρίου, για να κρύψει το δικό του πρόσωπο στα έγκατα της γης.
Παραδέχθηκε ότι είναι σκυλάκι. Και μάλιστα πεινασμένο. Ναι! Αλλά δεν κάμφθηκε! Δεν τελμάτωσε στον πόνο του ηχηρού ταπεινωτικού λόγου του Κυρίου. Αντίθετα ο λόγος αυτός την τίναξε επίσης αυθόρμητα υπεράνω της σκληρής εξουθένωσης του Κυρίου, σε μια σωτήρια υπέρβαση της ταπεινωτικής απορρίψεώς του, ώστε να “νικήσει” τον Κύριο στην διαλογική του αντίσταση, πείθοντάς τον, ότι, ναι, και σαν σκυλάκι δικαιούται να είναι, ακόμη και επί του εδάφους της απορρίψεώς της αυτής, ομοτράπεζος των κυρίων της.
Η Χαναναία όμως δεν έλεγε να σκύψει το κεφάλι. Επέμενε, ήθελε να κάμψει την αντίσταση του Χριστού για διάλογο μαζί της. Έτσι απάντησε αυθόρμητα και άμεσα στον ταπεινωτικό λόγο του· «Ναι, Κύριε· και γάρ τα κυνάρια εσθίει οπό των ψυχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών». Και αξιώθηκε να τιμηθεί με την αξιοζήλευτη επιβράβευσή της· «ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις· γεννηθήτω σοι ως θέλεις! Και ιάθη η θυγάτηρ αυτής οπό της ώρας εκείνης». Σε ποιο σημείο άραγε της στάσεώς της απένταντι στον Κύριο έδειξε η Χαναναία γυναίκα την νηπτική ανταύγεια του νου της; Ασφαλώς στο σημείο που κεραυνοβολήθηκε από την εξουθενωτική απόρριψη του Χριστού. «Ουκ έστι καλόν, λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις».
Αντίθετα όμως, για την εθνική γυναίκα της Τύρου και της Σιδώνος η προσβολή αυτή λειτούργησε φωτιστικά. Ο νους της ήταν “ξύπνιος”! Δεν κοιμότανε, δεν… ροχάλιζε. Είχε την νηπτική ετοιμότητα να ανατρέψει την πρόκληση επιθετικότητος του παθογόνου ερεθισμού της κυριακής προσβολής σε ευλογία Κυρίου. Αποδέχθηκε την προσβολή αυτή με καθαρή καρδία και αξίωσε το δικαίωμα του κυναρίου να σιτίζεται από τα ψιχία της τραπέζης των κυρίων του. Αυτή ήταν η νηπτική λειτουργία του νου ενός ανθρώπου του εθνικού χώρου, χωρίς προϋποθέσεις ευαγγελικής παιδείας. Πραγματικό θαύμα! Νηπτική ανταύγεια μιας ψυχής του χώρου αυτού, επιδεκτικής όμως της υψοποιού ταπεινώσεως, χάριτι θεία.
Μια τέτοια ταπείνωση, μπροστά στα μάτια του πλήθους κόσμου, δεν θα την άντεχε άλλος άνθρωπος. Η οξύτητα της προσβολής αυτής· “κυνάριο”, είσαι σκύλος, θα μπορούσε να λειτουργήσει στις περισσότερες, παρόμοιες περιπτώσεις, ως ανάφλεξη οργής με δυναμισμό φονικού όπλου! Και τότε η ψυχολογία θα εδικαίωνε ασφαλώς τον εκμανέντα. Το θετικό αποτέλεσμα της θεαματικής, εν μέσω πολλού κόσμου, απορρίψεως της Χαναναίας γυναίκας από τον Κύριο δεν πρέπει φυσικά να καταλογισθεί αποκλειστικώς και μόνο στην τελευταία, αλλά και στην χαριτόβρυτη ευλογία του κυριακού λόγου. Οπωσδήποτε όμως ο Κύριος, με όργανο την ευλογία της απορρίψεώς της, φώτισε τον νου της με μια έκρηξη νηπτικής ελλάμψεως, φωτιστικής και για τους αναγνώστες της οικείας ευαγγελικής περικοπής.
Η Χαναναία γυναίκα, σε εκπληκτική εγρήγορση ετοιμότητος να δεχθεί την απόρριψή της στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο, έγινε παράδειγμα προς μίμηση σ’ ένα κοινό πρόβλημα όλων μας· την προστασία πάση θυσία του κοινωνικού προσωπείου μας! Η ανταύγεια της νήψεως εκπέμπεται πλούσια στη δημόσια αυτή ταπείνωση, όπου η παραδοχή της γυμνότητος του ανθρώπου, από γνήσια αξιολογικά ερείσματα της ζωής αποβαίνει πάθος ανυπόφορο.

Ι. Κορναράκης

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

"Γιατί αργά ή γρήγορα θα συναντηθούμε"



"Γιατί αργά ή γρήγορα θα συναντηθούμε"

Το να είσαι ποιητής είναι το ίδιο δύσκολο με το να μην είσαι. Και στις δύο περιπτώσεις βασανίζεσαι το ίδιο πολύ. 
Βασανίζεσαι γιατί έρχεσαι αντιμέτωπος με τη ζωή που είναι σκληρή και αδυσώπητη όταν κοιτάζει μέσα στην ψυχή σου.

Όταν είσαι ποιητής το μαρτύριο σου είναι που δεν μπορούν οι λέξεις και τα ποιήματα σου να την αλλάξουν. 
Κι όταν δεν είσαι πάλι ζεις το μαρτύριο. 
Αλλιώτικο αλλά πάλι μαρτύριο. 
Κι αυτό επειδή η ζωή δεν σου έρχεται όπως την ονειρεύεσαι.

Και οι δύο αναζητούν αυτό που δεν έχουν. 
Και οι δυό δεν μπορούν να ζήσουν στον πραγματικό κόσμο και αναζητούν το άπιαστο, το όνειρο, το ουτοπικό.

Εγώ γενήθηκα ποιητής. 
Όταν γενήθηκα δεν το ήξερα. 
Νόμιζα πως ήμουν σαν όλους τους άλλους. 
Σαν εκείνους που κάνουν καθημερινά τα ίδια πράγματα μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Όμως δεν ήμουν από αυτούς και δεν κατάφερα να γίνω. 
Πάντα ήμουν αλλιώτικος. 
Ακόμη και στην καθημερινότητα μου ήμουν αλλιώτικος. 
Ο κόσμος ο δικός μου ήταν φτιαγμένος από εμένα. 
Έπαιρνα τα υλικά από εκεί που έπαιρναν και οι άλλοι και μετά τα μεταμόρφωνα. 
Άλλαζα τα χρώματα, τα ονόματα, την προέλευση, τη χρήση.

Έτσι ο δικός μου κόσμος μπορεί να μοιάζει αλλόκοτος για όλους τους άλλους, αλλά για εμένα είναι η προστασία από όλα εκείνα που θα μπορούσαν να με αφανήσουν και φαντάζουν στα μάτια μου αλλόκοτα.

Γενήθηκα διαφορετικός. Το έβλεπα σε κάθε μου βήμα, σε κάθε μου ανάσα, σε κάθε μου βλέμα.
Κι όσο μεγάλωνα τόσο περισσότερο το ένιωθα να με κατακτάει, να με γοητεύει, να με κάνει δυνατό. Όχι πως ήταν εύκολο. Τίποτα δεν είναι εύκολο. Ούτε για εκείνον που είναι ποιητής, ούτε για εκείνον που δεν είναι. 
Απλά κι εκείνος κι ο άλλος έχουν το ίδιο σώμα που είναι βαρύ και χωμάτινο. 
Ύλη ακατέργαστη, δύσπλαστη, άμορφη.

Είτε είσαι, είτε δεν είσαι ποιητής πρέπει να πάρεις την ύλη στα χέρια σου και να αρχίσεις να την πλάθεις, να την μαλακώνεις, να της δίνεις σχήμα και μορφή. 
Εκεί ο ποιητής δεν χρειάζεται μοντέλο. Δίνει ό,τι σχήμα θέλει ο ίδιος.Δεν τον ενδιαφέρει να κάνει αυτό που κάνουν και οι άλλοι, γιατί θεωρεί πως δεν ανήκει στον ίδιο κόσμο με τους άλλους. Αυτός έχει τον δικό του κόσμο. Τον δικό του αλλόκοτο κόσμο που όμως στα δικά του μάτια μόνο αλλόκοτος δεν είναι. 
Οι άλλοι είναι αλλόκοτοι που δεν τον ακολουθούν και που δεν μπορούν να τον καταλάβουν.

Εγώ γενήθηκα ποιητής. 
Μου άρεσε να ακούω τους ήχους και να τους κάνω λέξεις. 
Μου άρεσε να βλέπω τα χρώματα και να τα κάνω ποιήματα. 
Όχι ποιήματα σπουδαία. 
Απλά μικρά ποιήματα. 
Κι αυτά αλλόκοτα σαν κι εμένα.
Χωρίς μέτρο, χωρίς ρίμα, χωρίς κανόνα. 
Όλα ακανόνιστα. 
Κι όμως όταν τα διάβαζα ένιωθα εκείνη την πνοή της δημιουργίας. Μιας δημιουργίας που κανένας άλλος δεν θα μπορέσει να καταλάβει εκτός από εμένα. 
Γιατί έγώ μόνο ξέρω πόσες στάλες αίμα έτρεχε σε κάθε λέξη και πόσες αναπνοές χρειάστηκε να πάρω σε κάθε στίχο.

Η απόσταση ανάμεσα σε εκείνον που είναι και σε εκείνον που δεν είναι ποιητής είναι ελάχιστη. Μικρότερη και από ελάχιστη. Και ο ένας και ο άλλος έχουν τα ίδια πάθη και τις ίδιες τέλειες ατέλειες. Οι ατέλειές τους τούς κάνουν να νιώθουν την ήττα, τον πόνο. Μόνο που ο ποιητής δεν φοβάται που είναι ατελής. Ίσως και να του αρέσει. Ίσως και να το επιδιώκει. Ο πόνος τον εξαγνίζει, τον απογειώνει, τον ελευθερώνει.

Εγώ γενήθηκα ποιητής. 
Ποιητής πονεμένος. Ακόμη και η χαρά γινόταν πόνος. Ήθελα και οι άλλοι να νιώθουν χαρά. Πονούσα επειδή έβλεπα πως δεν την είχαν. Έκλαιγα που δεν μπορούσα να τους την χαρίσω. Και δεν μπορούσα γιατί δεν την ήθελαν. Ήταν αλλόκοτη η δική μου χαρά και δεν χώραγε στον κόσμο τον δικό τους.
Η δική μου χαρά μίλαγε μια γλώσσα απόκοσμη, σαν να έβγαινε μέσα απο το θρόϊσμα των φύλλων όταν περνάει ο άνεμος. 
Η δική μου χαρά γενιόταν την αυγή κάθε φορά που ο ήλιος ακούμπαγε πάνω στα βότσαλα της θάλασσας. 
Η δική μου χαρά άγγιζε τα κορμιά τη νύχτα και τους χάριζε το πάθος και την ηδονή,τον υδρώτα και την οδύνη.

Κι εγώ που γενήθηκα ποιητής μα κι εσύ που γενήθηκες να μην είσαι, έχουμε μοίρα κοινή. 
Το θάνατο. 
Κάθε τόσο έρχεται και πιο κοντά. 
Μέχρι τη στιγμή που θα μας ακουμπήσει, και μετά θα μας αγκαλιάσει και μετά θα μας ρουφήξει. 
Και οι δυο θα εξαφανιστούμε από τον κόσμο που φτιάξαμε. 
Μόνο που για εμένα το ρούφηγμα θα είναι φιλί, ενώ για εσένα θα είναι απλά ο θάνατος, απλά το τέλος.

Εγώ γενήθηκα ποιητής. 
Οι ποιητές δεν λογάνε θάνατο.
Ζούνε παρέα με το θάνατο κάθε μέρα.
Πεθαίνουν κάθε στιγμή που κοιτάζουν από το παράθυρο του δικού τους κόσμου στον έξω κόσμο.
Θέλουν να τον αλλάξουν μα δεν μπορούν.
Κι όσο δεν μπορούν ακόμη μια φορά πεθαίνουν.
Και είναι ο θάνατος σύντροφος, και ίσως και πιότερο από σύντροφος.
Ίσως ο Έρωτας για τη ζωή.
Γιατί ο ποιητής ξέρει πως μόνο ο δικός του αλλόκοτος κόσμος μπορεί ακόμη κι ετούτο τον θάνατο να τον πεθάνει.
Να τον αφανήσει.
Ο θάνατος δεν αντέχει να βλέπει μήτε τον ποιητή μα μήτε κι εκείνον που δεν είναι ποιητής ότι θέλουν να κάνουν τον κόσμο αλλιώτικο.

Κι έτσι τώρα που σου είπα όλα όσα είχα να σου πω, μπορώ να συνεχίσω να ζω έτσι όπως μόνο εγώ ξέρω μέσα στον κόσμο τον κατάδικο μου , κι αλλόκοτο. Κι αν θέλεις έλα κι εσύ να κάτσουμε εδώ μαζί παρέα και να φτιάξουμε τον κοινό μας κόσμο. Κι αν θέλεις μπορούμε να φέρουμε και τον θάνατο να τον μερέψουμε για να καταλάβει πως καθόλου δεν τον έχουμε για εχθρό. Κι εσύ, κι εγώ κι εκείνος το ίδιο είμαστε.
Γενηθήκαμε για να συναντηθούμε. 
Γιατί αργά ή γρήγορα θα συναντηθούμε...

Θεσσαλονίκη

Φλεβάρης 2018

Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

Ημερολόγιο Χριστουγέννων vol. 2


Χριστούγεννα 1997. Νέα Ιωνία του Βόλου. Ενορία Απ. Πέτρου και Παύλου. Από τον Απρίλιο εφημέριος και Ιερατικώς Προϊστάμενος του ναού. Ενορία μικρή και σχετικά φτωχή. Το ποσοστό ανεργίας στα ύψη και οι προοπτικές κάποιας αλλαγής ελάχιστες. Είναι η εποχή που μια από τις μεγαλύτερες εταιρίες κλείνει με αποτέλεσμα ολόκληρες οικογένειες να μένουν στο δρόμο. Λίγο πριν τη χειροτονία μου και το διορισμό μου ο τότε Μητροπολίτης Δημητιάδος Χριστόδουλος με κάλεσε για να μου ανακοινώσει την απόφαση του για την πρώτη μου ενορία. “Θέλω να ξέρεις πως θα πας σε κόσμο φτωχό και με πολλές ανάγκες” μου είπε κοιτάζοντας με στα μάτια. “Μα για τους φτωχούς δεν γινόμαστε παπάδες;” είπα και μέσα μου ήδη είχε αρχίσει να φτιάχνεται το πρώτο αχνό σκίτσο από τη δική μου πρώτη “Ζωγραφιά του Παραδείσου”.

Από πάντα ήθελα να γίνω παπάς. Μόνο αυτό. Από μικρό παιδί ένιωθα πως μόνο εκεί θα είμαι ευτυχισμένος. Και πράγματι σε εκείνη την ενορία της Νέας Ιωνίας ήμουν ο πιο ευτυχχισμένος και ο πιο πλούσιος παπάς του κόσμου. Και ήμουν μόνο 27 χρονών. Κάθε σπίτι ήταν σπίτι μου. Κάθε οικογένεια ήταν οικογένεια μου. Όλα κοινά. Και οι χαρές και οι λύπες. Βέβαια όσο πιο νέος τόσο πιο ανυπόμονος. Κι εγώ ήθελα να φτιάξω τη ζωγραφιά μου γρήγορα. Θυμάμαι τους επιτρόπους μου καθώς και τις συνεργάτιδες μου που έτρεχαν από το πρωί μέχρι το βράδυ για όλες εκείνες τις δουλειές που είχαμε ξεκινήσει. Ας είναι καλά όλοι τους!

Τα πρώτα μου Χριστούγεννα στην πρώτη μου ενορία. Η καμπάνα θα χτυπούσε στις 5. Εγώ ακόμη χωρίς δικό μου αυτοκίνητο κάλεσα ταξί για να με πάει από το κέντρο του Βόλου στην εκκλησιά μου. Ο οδηγός άκουγε χριστουγεννιάτικους ύμνους. Παντού ησυχία. Ακόμη θυμάμαι τη φωνή του Χατζημάρκου να ψάλλει τις καταβασίες των Χριστουγέννων. “Ράον σιωπή”... Ο φόβος που οδηγεί στη σιωπή... “Παππούλη φτάσαμε. Καλή δύναμη” άκουσα τη φωνή του οδηγού που με ξαναέφερε στον πλανήτη γη. Ξεκινήσαμε τον όρθρο, φτάσαμε στη λειτουργία. Κάθε τόσο που έβγαινα στην ωραία πύλη για να ειρηνεύσω έβλεπα τα πρόσωπα των παιδιών που μου εμπιστεύτηκε η Εκκλησία και ο επίσκοπος μου. Ήταν όλοι εκεί. Και είχαν έρθει κι άλλοι. Φίλοι μου από την πόλη του Βόλου. Με το νου μου τους ονομάτηζα όλους. Το Γιώργο, την Πολυξένη, την Ελένη, τον Παντελή, τη Μαρία, το Δημήτρη. Στιγμές, στιγμές τα μάτια μου βούρκωναν και ήξερα πως την ίδια ακριβώς στιγμή βούρκωναν και τα δικά τους. Θεέ μου ήμουν τόσο ευτυχισμένος...

Και ήρθε η ώρα του κηρύγματος. Είχα από την προηγούμενη μέρα ετοιμάσει το σκελετό. Βγήκα και όλα delete. Σιωπή παντού. Μιλούσαν τα μάτια μας και τα πρόσωπα μας. Και τότε έκανα κάτι που δεν είχα ποτέ σκεφτεί. “Αν σήμερα ο Χριστός έψαχνε τόπο για να γεννηθεί θα διάλεγε την ενορία μας. Και ξέρετε γιατί; Γιατί ο Χριστός αγαπάει τους φτωχούς και τους ταπεινούς. Αυτούς που έχουν καρδιά καθαρή και γεμάτη πίστη και ελπίδα για το αύριο. Είναι μοναδική η στιγμή να φύγουμε σήμερα από εδώ κάνοντας το κορμί μας σπήλαιο και φάτνη. Σας καλώ όλους, μα όλους να έρθετε να μεταλάβετε Χριστό κι ας μην κάνατε όλα όσα ίσως έπρεπε. Εγώ ο αμαρτωλός παπάς σας παίρνω την ευθύνη όλη επάνω μου κι ας κρίνει εμένα ο Θεός”. Κι έτσι εκείνα τα Χριστούγεννα κοινώνησαν όλοι. “Το σώμα και το αίμα του Χριστού εις άφεσιν σου αμαρτών και εις ζωήν αιώνιον” έλεγα και ξανάλεγα δυνατά στο καθένα από τα παιδιά μου που έρχονταν για να μεταλάβουν την αιωνιότητα, τη ζωή, την ελπίδα, την απαντοχή στα χίλια μύρια καθημερινά προβλήματα τους. Όσο τους κοινωνούσα σκεφτόμουν πως τίποτα πολυτιμότερο δεν θα μπορούσα να δώσω σήμερα σε όλους ετούτους τους “κοπιώντες και πεφορτισμένους”.

Έτσι ήταν τα πρώτα μου Χριστούγεννα στην πρώτη μου ενορία. Η ιστορία έχει και συνέχεια. Δυο μέρες αργότερα σε μια από τις εκδηλώσεις της Μητροπόλεως με φώναξε κοντά του ο Μητροπολίτης. “Ήρθε χθες ένα ανώνυμο γράμμα. Γράφει πως κάλεσες όλους να κοινωνήσουν χωρίς να έχουν προετοιμαστεί. Άκου παιδί μου. Εγώ ξέρω την καρδιά σου. Καμαρώνω. Αλλά ο κόσμος δεν είναι πάντα έτοιμος για κάτι τέτοιο. Πρέπει να έχουμε διάκριση ακόμη και στη μεγαλοψυχία. Σκέψου τώρα πόση δυστυχία κρύβει αυτός που ανήμερα τα Χριστούγεννα κάθησε να γράψει ένα ανώνυμο γράμμα για να κατηγορήσει έναν παπά που τί έκανε; Χάρισε Χριστό”.

Από τότε μέχρι σήμερα έχουν περάσει είκοσι χρόνια. Όπου κι αν έχω βρεθεί για να λειτουργήσω ετούτη τη μέρα το πρώτο πράγμα που έρχεται στο νου μου είναι εκείνα τα Χριστούγεννα στη εκκλησιά των Απ. Πέτρου και Παύλου της Νέας Ιωνίας.
Ράον σιωπή...”