Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Συγγνώμη (Κυριακή της Τυροφάγου)



Η μεγάλη Σαρακοστή είναι η απελευθέρωσή μας από τη σκλαβιά της αμαρτίας, από τη φυλακή του "κόσμου τούτου". Και το ευαγγελικό  ανάγνωσμα αυτής της Κυριακής (Μτθ. 6, 14-21) θέτει τους όρους για μια τέτοια απελευθέρωση. 

Πρώτος όρος είναι η νηστεία - η άρνηση δηλ. να δεχτούμε τις επυθυμίες και τις ανάγκες της "πεπτωκυίας" φύσης μας σαν ομαλές , η προσπάθεια μας να ελευθερωθούμε από τη δικτακτορία της σάρκας και της ύλης πάνω στο πνεύμα. Για να είναι αποτελεσματική η νηστεία μας δεν πρέπει να είναι υποκριτική, δηλ. "προς το θεαθήναι". Να μη φαινόμαστε "τοις ανθρώποις νηστεύοντες", αλλά "τω Πατρί ημών εν τω κρυπτώ". 

Δεύτερος όρος είναι η συγγνώμη. "Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο Πατήρ υμών ο ουράνιος". (Μτθ. 6,14). Ο θρίαμβος της αμαρτίας, το κύριο σημάδι της πάνω στον κόσμο, είναι η διαίρεση, η αντίθεση, ο χωρισμός, το μίσος. Έτσι το πρώτο σπάσιμο σε αυτό το φφρούριο της αμαρτίας είναι η συγχωρητικότητα : η επιστροφή στην ενότητα, στην σύμπνοια, στην αγάπη. Το να συγχωρήσω κάποιον σημαίνει να βάζω ανάμεσα σε εμένα και στον "εχθρό" μου την ακτινοβόλα συγχώρεση του ίδιου του Θεού. Το να συγχωρήσω είναι να αγνοήσω το απελπιστικό αδιέξοδο στις ανθρώπινες σχέσεις και να το αναφέρω στο Χριστό. Συγώρεση πραγματικά είναι ένα πέρασμα τηε Βασιλείας του Θεού μέσα στον αμαρτωλό και "πεπτωκότα" κόσμο. 

Alexander Schmemann
"Μεγάλη Σαρακοστή" - Πορεία προς το Πάσχα  
Ακρίτας 1995 

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Yalan Dunya






https://www.youtube.com/watch?v=ruwIaHpRaOI

Άκου τον ήχο από το κλαρίνο που κλαίει. Κλαίει και μιλάει με τον Ουρανό. Μιλάει ο Θεός μέσα από το παράπονο των ήχων. Το ούτι από κοντά γιατί δεν θλελει να χάσει ούτε μια νότα από αυτή την προσευχή. Αχ Θεέ μου ρίξε κι άλλο βάλσαμό στο πόνο μας. Γιάτρεψε μας τις ανοιχτές πληγές που στάζουν αίμα. Γιατί μας έκανες σαν εσένα αφού ήξρες πως εμείς δεν έχουμε τη δική σου δύναμη; Κάθε στάλα πόνου καίει την ψυχούλα μας. Το ξέρω είσαι πάνω εκεί και μας βλέπεις που πονάμε και υπόσχεσαι την Ανάσταση. Αργεί Θεέ μου; Νομίζεις πως αντέχουν ακόμη πολύ οι ώμοι μας;

Ετούτη η μουσική είναι η λαλιά η δική Σου. Λαλιά παραπονιάρικη κι ανατολίτικη. Δρόμοι αλλίωτικοι που σε πάνε σε μέρη που κανείς άλλος δεν γνωρίζει παρά μόνο η δική σου απεραντοσύνη. Θεέ μου συνέχισε να μιλάς μέσα από τους ήχους και τα χρώματα. Κλάψε κι εσύ μαζί μας. Γίνε ένα με τον πόνο μας για όλα εκείνα που μας κομματιάζουν, που μας κάνουν να μην ξέρουμε αν το μονοπάτι που ακολουθούμε είναι το σωστό. Όχι μην μας πεις τίποτα για το σωστό και το λάθος. Μόνο κλάψε μαζί μας. Γίνε ο φίλος που ξέρει να αγκαλιάζει και να πονάει...Αυτό...Μόνο αυτό...Τίποτε άλλο Θεέ μου!


Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Εγώ ο Άσωτος



Με λένε Άσωτο. Τουλάχιστον έτσι έχω μείνει στην Ιστορία. Γεννήθηκα ένα πρωινό από τα χείλη ενός δασκάλου στην Παλαιστίνη. Ιησού τον ελέγανε και δίδασκε το Λόγο του Θεού. Όμως το έκανε με έναν τρόπο αλλιώτικο από όλους τους άλλους που κι εκείνοι ήξεραν το Λόγο του Θεού, αλλά τον δίδασκαν ή καλύτερα τον επέβαλαν ως Νόμο. Αυτός ο Ιησούς που ήταν γιος του Ιωσήφ και της Μαρίας έλεγε κάθε φορά που μιλούσε κάτι μικρές ιστορίες, κάτι σαν τα παραμύθια ή τους μύθους. Τις ιστορίες αυτές που τις λέγανε και παραβολές, μπορούσε να τις καταλάβει κι ο πιο απλός άνθρωπος.

Εγώ λοιπόν ο μικρότερος γιος ενός άρχοντα πήρα μια μέρα την απόφαση να φύγω από το σπίτι του πατέρα μου. Πήγα και του ζήτησα να μου δώσει εκείνο το κομμάτι από την περιούσια που ήταν δικό μου. Ο πατέρας μου δεν αρνήθηκε να κάνει αυτό που του ζήτησα. Ο δικός μου ο πατέρας ήταν διαφορετικός κάθε φορά που αυτός ο Ιησούς τον περιέγραφε. Δεν τιμωρούσε, αλλά αγαπούσε. Δεν φυλάκιζε, αλλά ελευθέρωνε. Έτσι πήρα όλα όσα ήταν τώρα δικά μου κι έφυγα για τόπο μακρινό.

Για πολύ καιρό ένιωθα πως ζούσα ένα όνειρο. Έκανα όλα όσα ήθελα χωρίς να χρειάζεται να δώσω λόγο σε κανέναν. Ξόδευα, αλλά και ξοδευόμουν. Το δεύτερο το κατάλαβα πολύ αργότερα. Το πρώτο σχετικά σύντομα, αφού η έλλειψη μέτρου με οδήγησε στην απόλυτη φτώχεια. Το αρχοντόπουλο έγινε χοιροβοσκός. Βέβαια πριν συμβεί αυτό χτύπησα πολλές από τις πόρτες των “φίλων” με τους οποίους είχα περάσει μέρες και νύχτες ξοδεύοντας τα χρήματα μου. Τότε που όλοι με κοίταζαν με θαυμασμό και έβρισκαν επάνω μου όλα τα καλά του κόσμου. Τότε. Τώρα όμως δεν ήμουν πια χρήσιμος κι έτσι η μια πόρτα έκλεινε μετά την άλλη.

Ένα πρωινό εκεί που καθόμουν και χάζευα το κοπάδι των χοίρων που έτρωγαν βουλιμικά τα χαρούπια που τους είχα δώσει, σκέφτηκα πως ετούτα τα πλάσματα έχουν τουλάχιστον τα χαρούπια για να χορτάσουν την πείνα τους. Εγώ ούτε καν χαρούπια. Θυμήθηκα τον πατέρα μου, το σπίτι, την ασφάλεια, τη θαλπωρή. Μέσα μου άρχισαν να πολεμάνε δύο σκέψεις. Δέξου την αποτυχία της επιλογής σου και γύρνα πίσω ζητώντας συγγνώμη από τον πατέρα σου κάνοντας μια νέα αρχή και η άλλη μείνε πίσω και μην νικηθείς από το αίσθημα της ήττας. Μέρες και νύχτες πάλευαν οι δυο κόσμοι. Η ταπείνωση μαζί με τη μετάνοια από τη μία και από την άλλη ο εγωισμός και η αυταρέσκεια.

Όταν πιάνεις πάτο δεν έχεις άλλη επιλογή από το να αρχίσεις να ανεβαίνεις προς τα πάνω. Κι εγώ ήμουν στον πάτο κι έπρεπε να αναδυθώ. Ξεκίνησα για το σπίτι του πατέρα μου. Είχα φύγει άρχοντας και επέστρεφα ζητιάνος. Περπάταγα κι έκλαιγα. Όχι δεν έκλαιγα γιατί ήμουν ξυπόλυτος και κουρελής. Αλλά αλήθεια μη με ρωτάτε γιατί έκλαιγα. Δεν ξέρω να σας πω. Ήταν αυτά τα δάκρυα που πέφτουν σαν την φθινοπωρινή βροχή που έρχεται για να ποτίσει την ξερή γη του καλοκαιριού. Πέφτουν οι σταγόνες και η γη αναπνέει.

Σχεδόν είχα φτάσει. Έβλεπα το σπίτι που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Είχα ετοιμάσει και όλα εκείνα που θα έλεγα στον πατέρα μου μόλις τον αντίκριζα : “Πατέρα δεν είμαι άξιος για να λέγομαι γιος σου. Πάρε με στη δούλεψη σου σαν έναν από τους εργάτες σου”. Πριν ακόμη προλάβω να τελειώσω τις σκέψεις μου, είδα να έρχεται σχεδόν τρέχοντας κατά πάνω μου ο πατέρας. Είχα καιρό να τον δω. Ήμουν στην αγκαλιά του και κλαίγαμε και οι δυο εκεί στη μέση του δρόμου. Τώρα ήξερα γιατί κλαίω. Ήταν τα δάκρυα της χαράς και της λύτρωσης. Πήγα να ψελλίσω τα λόγια της μετάνοιας μου που είχα ετοιμάσει, αλλά δεν πρόλαβα. Ήδη ήμουν πάλι το αρχοντόπουλο. Στολή, υποδήματα, δαχτυλίδι. “Ο γιος μου ήταν νεκρός και αναστήθηκε” φώναζε μέσα από τα κατάβαθα της ψυχής του ο πατέρας σε όποιον έβλεπε μπροστά του.

Κι άρχισε εκείνη την ημέρα το δείπνο της ευχαριστίας με το μόσχο το σιτευτό να θυσιάζεται για την επιστροφή του χαμένου προβάτου. Για την επιστροφή τη δική μου. Όμως πίστεψε με και τη δική σου. Ο Ιησούς δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα εύκολος ούτε καν σε αυτές τις τόσο απλές ιστορίες. Βλέπεις δεν έφτανε μόνο η δική μου επιστροφή και η άπειρη πατρική αγάπη. Χρειαζόταν κι ένας μεγάλος αδερφός που ήταν πάντα τύπος και υπογραμμός, αλλά και συνάμα μονοκόμματος και σκληρός. Εγώ δεν θα σας πως για τον αδερφό που δεν χάρηκε με την επιστροφή μου. Και δεν θα σας το πως γιατί ξέρω πως κι εκείνος χάρηκε, αλλά η ανθρώπινη αδυναμία της στιγμής δεν τον άφησε να το δείξει. Πάντα κάπως έτσι είναι μέσα σε μια οικογένεια. Μέσα σε ένα σπιτικό. Μέσα σε μια Κοινότητα. Το σημαντικό στην ιστορία μας είναι πως η πόρτα και η αγκαλιά ήταν ανοιχτές.

Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω...