Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

50 χρόνια μετά τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο

Πενήντα χρόνια συμπληρώθηκαν στις 11 Οκτωβρίου από την σύγκλιση της Β΄ Βατικανής Συνόδου. Ένας από τους θεολόγους της εποχής εκείνης, ο διαπρεπής σε θέματα διαχριστιανικών διαλόγων καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών σημείωνε: «Η είδησις της συγκλήσεως οικουμενικής συνόδου, ως ακούεται, τόσας ανοίγει ελπίδας δια την ηνωμένην κατεύθυνσην ολοκλήρου τού χριστιανικού κόσμου έν τώ μέσω της σημερινής κακοδαιμονίας τής ανθρωπότητος»(1), ενώ σε άλλο σημείο έγραφε : «Η αγγελθείσα Β΄Βατικανή Σύνοδος, η οποία είναι το συμαντικότερον ιστορικόν και θρησκευτικόν γεγονός της συγχρόνου εποχής όχι μόνον δια τον χριστιανισμόν, αλλά δι΄ ολόκληρον τον κόσμον, έδωκεν εις όλους ελπίδας προς επίλυσιν του ενωτικού προβλήματος. Τα φιλενωτικά κηρύγματα του Ιωάννου ΚΓ΄ εξήγειραν εις συναγερμόν όλον τον κόσμον, αδιακρίτως θρησκεύνατος και πολιτεύματος και κοινωνικών απόψεων»(2).

Για την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ήταν μια πρόκληση, αφού τα νέα δεδομένα άλλαζαν πλέον κατά πολύ τον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόταν η Εκκλησία την καθημερινότητα του σύγχρονου πιστού. Στην Εγκύκλιο Επιστολή του ο πρωτεργάτης και εμπνευστής της Συνόδου Πάπας Ιωάννης ΚΓ΄ δίνει τον σκοπό της Συνόδου : «Πρωταρχικός σκοπός της συνόδου είναι η πρώθησις της αναπτύξεως της καθολικής πίστεως, η ηθική ανανέωσις της χριστιανικής ζωής των πιστών, η προσαρμογή της εκκλησιαστικής πειθαρχίας εις τας ανάγκας και μεθόδους της σύγχρονης εποχής. Ασφαλώς θα αποτελέσει θαυμαστήν μαρτυρίαν απηθείας, ενότητος και αγάπης, ως ελπίζομεν, δια όσους διατελούν εν διαστάσει μετά της Αποστολικής Έδρας, της Ρώμης, και θα είναι ευχάριστος η πρόσκλησις προς αναζήτησιν της ενότητος υπέρ της οποίας ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός απέτεινε θερμήν ευχήν προς τον Ουράνιον του Πατέρα»(3).

Όμως και η Ορθόδοξη Εκκλησία, με κύριο εκφραστή το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον προκαθήμενό του τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα Α΄, τον άλλο μεγάλο εργάτη της καταλαγής και της ειρήνης μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Χριστιανοσύνης, εξέφραζε μέσα από το δημοσιογραφικό όργανο του Πατριαρχείου την ελπίδα που γεννούσε η σύγκληση της Συνόδου : «Διατί είμεθα διηρημέναι αι Χριστιανικαί Εκκλησίαι; Διατί κρατούμε τους πιστούς μας εις εχθρικήν στάσιν τον έναν απέναντι του άλλου; Διατί εφθάσαμεν μέχρι συγκρούσεων και δη αιματηρών; Και τί είναι εκείνο, το οποίο μας χωρίζει σήμερον και επί πόσον χρονικόν διάστημα θα διαρκέση και διατί δεν προβλέπομεν τας συμφοράς που θα μπορούσαν να επιφέρουν αυτός ο χωρισμός και η διάσπασις και αι αλληλοσυγκρούσεις; Φωνή πανταχώθεν ακούεται ως αίτημα γιγάντιον, να καταργήσωμεν τα σύνορα, που μας χωρίζουν και μας διαιρούν. Έντονον ακούομεν την φωνήν αυτήν και χαιρετίζομεν κάθε ξεκίνημα προς την ενότητα ταύτην ως Εκκλησιών και θεωρούμεν ως την μεγαλυτέραν ευλογίαν του Θεού την απόφασιν ν΄ αναλάβωμεν επικοινωνίας και επαφάς, αι οποίαι δεν θα φέρουν μεν αμέσως την δογματικήν ένωσιν των Εκκλησιών, αλλά θα δημιουργήσουν ένα ενιαίον μέτωπον, με το οποίον θα αντιμετωπίσωμεν τας κοινάς ευθύνας, πού έχουν αι διάφοροι Εκκλησίοαι του Χριστού, μέσα εις τας παγκοσμίους σχέσεις και τας επερχομένας ανελίξεις»(4).

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδωσε στις 11.10.1962 ημέρα ενάρξεως της Β΄Βατικανής Συνόδου το εξής ανακοινωθέν :

«Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, και μετ΄ αυτού αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι, εύχονατι υπέρ ευοδώσεως, εν ακραιφνεί πνεύματι Χριστού, των εργασιών της Β΄Βατικανείου Συνόδου, άς σύμπασα η Ορθοδοξία θέλει παρακολουθήσει μετά βαθέος ενδιαφέροντος και πολλής προσοχής. Αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι τρέφουσι την ελπίδα, ότι θέλουσι διανοιγή ευρύτεροι ορίζοντες χριστιανικού πνέυματος και κατανοήσεως, δημιουργούντες προσφόρους διά τό εγγύς μέλλον προϋποθέσεις, προς επωφελείς επαφάς και γονίμους διαλόγους, εν πνεύματι Χριστού και αδελφικής αγάπης, επί προαγωγή της παγχριστιανικής ενότητος, υπέρ ής προσευχήθη ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός»(5).

Και τότε και τώρα υπήρχαν και υπάρχουν φωνές οι οποίες προσπαθούν με οποιοδήποτε τρόπο να προκαλέσουν σύγχυση σε ότι έχει να κάνει με την προσπάθεια των Χριστιανικών Εκκλησιών να βρουν έναν κοινό δρόμο συμπόρευσης μέσα στον κόσμο. Είναι αδιανόητο σε μια εποχή όπου η ανταλλαγή απόψεων και ιδεών σε σχεδόν όλα τα θέματα που αφορούν τον σύγχρονο άνθρωπο να μην αγγίζουν και τους Χριστιανούς σε όποια ομολογία και αν ανήκουν. Άλλωστε περισσότερα είναι αυτά που μας ενώνουν, από εκείνα που μας χωρίζουν όπως τονίζει και ο αείμνηστος καθηγητής Ιωάννης Καρμίρης : «Και επειδή αναντιρρήτως τα ενωτικά στοιχεία είναι ασυγκρίτως περισσότερα και μεγαλύτερα και βασικώτερα των σχισματοποιών τοιούτων, θα πρέπει πάντες οι αληθείς χριστιανοί να τρέφωσι τήν μή καταισχύνουσαν ελπίδα, ότι θα πνεύση και πάλιν το Άγιον Πνεύμα, διά νά ενώση τα διεστώτα, και ούτω πραγματοποιηθή η αρχιερατική προσευχή του Σωτήρως, «ίνα πάντες έν ώσιν»(6).

Ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Στυλιανός Τσομπανίδης, μεταξύ άλλων στο βιβλίο του : «Η ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ DOMINUS IESUS ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ» αναφέρει ότι : «Στο οικουμενικό άνοιγμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας που αναπτύχθηκε αρχικά ιδίως σε τοπικό και διμερές επίπεδο. Μετά τη Β΄ Βατικανή η προώθηση του οικουμενικού πνεύματος και διαλόγου, καθώς και η συνεργασία με άλλες Εκκλησίες έγινε βασικό μέλημα των τοπικών Ρωμαιοκαθολικών Εκκλησιών σε πολλά μέρη του κόσμου. Τοπικές Ρωμαιοκαθολικές Εκκλησίες έγιναν πλήρη μέλη σε εθνικά και περιφερειακά συμβούλια Εκκλησιών. Παράλληλα άρχισαν διμερείς διάλογοι με τις Ορθόδοξες, τις Αγγλικανικές και τις Προτεσταντικές Εκκλησίες. Ιδιαίτερα όσον αφορά στις σχέσεις της Ρωμαιοκαθολικής με την Ορθόδοξη Εκκλησία σημαντικό γεγονός είναι η ταυτόχρονη άρση των αναθεμάτων του 1054, σε Ρώμη και Φανάρη, το Δεκέμβριο του 1965. Από τότε ανέτειλε μια καινούρια περίοδος διαλόγου και καταλαγής που οδήγησε σιγά-σιγά στην έναρξη διμερούς Θεολογικού Διαλόγου το 1980»(7).

Η παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου στις εορταστικές εκδηλώσεις για την συμπλήρωση μισού αιώνα από την σύγκλιση της συνόδου αποδεικνύει έμπρακτα πως η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Εκκλησία του διαλόγου και της ευθύνης απέναντι στον σύγχρονο άνθρωπο και τις ανάγκες του. Αυτό άλλωστε δηλώνει και το μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου προς τον Πάπα Βενέδικτο : «Αγαπητέ αδελφέ η παρουσία μας εδώ σηματοδοτεί και σφραγίζει την δέσμευσή μας να ζήσουμε μαζί το Ευαγγελικό μήνυμα της σωτηρίας και να γιατρεύσουμε τους μικρότερους απ’ τους αδελφούς μας : Τους φτωχούς, τους καταπιεσμένους, τους ξεχασμένους στον Κόσμο του Θεού. Ας ξεκινήσουμε με προσευχές για ειρήνη και επούλωση των Χριστιανών αδελφών μας που ζουν στη Μέση Ανατολή.

Στην τρέχουσα αναταραχή της βίας, διαχωρισμού και σπασίματος (brokenness) που κλιμακώνεται ανάμεσα στους ανθρώπους και τα κράτη, ας μπορέσει η αγάπη και η επιθυμία για αρμονία που διακηρύττουμε εδώ, και η κατανόηση που ψάχνουμε με τον διάλογο και ο αμοιβαίος σεβασμός, να δουλέψει σαν μοντέλο για τον κόσμο. Πράγματι, μακάρι όλος ο κόσμος να προσπαθήσει να φτάσει την «άλλη άκρη» και να δουλέψει όλος μαζί για να ξεπεράσει την ταλαιπωρία των ανθρώπων παντού. Ιδίως απέναντι στην πείνα, στις φυσικές καταστροφές, στις αρρώστειες τον πόλεμο που τελικά ακουμπάει όλων μας τις ζωές»(8).

Με βάση όλα τα παραπάνω γίνεται σαφές πως η Β΄ Βατικανή Σύνοδος χωρίς αμφιβολία έπαιξε σημαντικό ρόλο σε όλο τον χριστιανικό κόσμο, ακόμη κι αν θεωρείται ως ένα γεγονός εσωτερικό της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Τα θέματα που συζητήθηκαν διεξοδικά από μια πλειάδα θεολόγων, έδωσαν τη δυνατότητα σε όλες της χριστιανικές Εκκλησίες να προβληματιστούν και να δούνε μέσα από μια νέα ματιά τον θεολογικό προβληματισμό που προέκυπτε από τα σύγχρονα κοινωνικό-πολιτικά δεδομένα.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία προσεύχεται «ευχαριστιακά» κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας «υπέρ της των πάντων ενώσεως», και επομένως αποτελεί καθήκον όλων μας, να εργαστούμε προς την κατεύθυνση αυτής της ένωσης, χωρίς αλαζονεία, εμπάθεια και εγωισμό, στοιχεία που εκ των πραγμάτων δεν συνάδουν με την χριστιανική μας ιδιότητα. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η ένωση των Εκκλησιών δεν θα είναι κατόρθωμα της ανθρώπινης προσπάθειας και θέλησης μόνο, αλλά κυρίως και πρωτίστως έργο του Αγίου Πνεύματος το οποίο «όπου θέλει πνεί»(9).


Υποσημειώσεις
1. Αμίλκας Αλιβιζάτος, Εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», 1.2.1959

2. Αμίλκας Αλιβιζάτος, Εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 1.2.1960

3. Ιωάννου ΚΓ΄, Εγκύκλιος Επιστολή «AD PETRI CATHEDRAM», 29.6.59, Acta Ap. Sedis, Vol. LI, 22.7.1959, σ. 497-531
4. Σχόλιο με τίτλο «Ας το επαναλάβωμεν λοιπόν», Περιοδικό «Απόστολος Ανδρέας», 22.5.1963

5. «Ορθοδοξία» Κωνσταντινουπόλεως 37 (1962), σ. 557

6. Ιωάννης Καρμίρης, «Ορθοδοξία και Ρωμαιοκαθολικισμός – Η Β΄Βατικάνειος Σύνοδος και η έναντι αυτής και των ενωτικών τάσεως της θέσις της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Αθήνα 1964, σ. 99
7. Στυλιανός Τσομπανίδης, «Η ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ “DOMINUS IESUS” ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ», Εκδόσεις Παναγιώτη Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 2008, σ. 77

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
ΙΔ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΛΟΥΚΑ (Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΙΧΟΥΣ)
(ΚΥΡΙΑΚΗ 2 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2012)

http://www.youtube.com/watch?v=7fuIX7g-jtQ&feature=youtu.be