Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

Πέντε χρόνια μετά.



Σαν χθες ήταν όταν πριν πέντε χρόνια ήρθα για πρώτη φορά σε τούτο το χωριό, την Κοκκαλού. Έφτασα Παρασκευή απόγευμα για τους πρώτους Χαιρετισμούς στην Παναγία. Κουρασμένος και απογοητευμένος από την εκκλησιαστική πραγματικότητα την οποία είχα βιώσει τον τελευταίο καιρό. Αντιμέτωπος με την μικροψυχία και τον ρεβανσισμό κάποιων που πίστεψαν και ίσως ακόμη πιστεύουν πως η Εκκλησία είναι το τσιφλίκι τους κι αυτοί οι τσιφλικάδες. Ευτυχώς “ζει Κύριος ο Θεός” και ποτέ κανένας που αφήνει τη ζωή του στα χέρια Του δεν πρόκειται ποτέ να χαθεί. Μπορεί για λίγο να νομίζεις πως φτάνεις στα όρια της πίστης σου , ή ίσως ακόμη και της βιολογικής σου ύπαρξης, αλλά ακριβώς τη στιγμή που όλα είναι στο παρά ένα, έρχεται εκείνο το απαλό αεράκι της χάριτος Του και παίρνει μακριά την απελπισία και την θλίψη.

Μετά την δοκιμασία ο Θεός μου έκανε ίσως το μεγαλύτερο δώρο. Ετούτη την ενορία των Αγίων Αναργύρων. Ένα μικρό χωριό του νομού Θεσσαλονίκης, δίπλα στη λίμνη Βόλβη και κοντά στην Απολλωνία εκεί απ΄ όπου πέρασε και μίλησε ο απόστολος Παύλος. Πρέπει να είμαι ο τελευταίος διορισμός του μακαριστού Μητροπολίτη Ιερισσού Νικοδήμου, αφού λίγους μήνες αργότερα ο Θεός τον πήρε κοντά Του. Ας αναπαύεται η ψυχή του εκεί δίπλα στο ουράνιο θυσιαστήριο. Εκείνο το απόγευμα καθώς οδηγούσα από τη Θεσσαλονίκη για να έρθω στη νέα μου ενορία, σκεφτόμουν χιλιάδες πράγματα. Τα πρώτα χρόνια της διακονίας μέσα στην Εκκλησία όταν το 1995 χειροτονήθηκα στο Βόλο από τον τότε Μητροπολίτη Δημητριάδος Χριστόδουλο και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, την πρώτη μου ενορία των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στη Νέα Ιωνία , μετά την Παναγία Φανερωμένη του Χολαργού, τον Τίμιο Σταυρό του Βορειοδυτικού Λονδίνου, αλλά και τον Άγιο Νικόλαο στην Νέα Πέραμο. Δεν θυμάμαι πουθενά να μην έδωσα την ψυχή μου. Κάθε μια από αυτές τις ενορίες έχουν κομμάτι της καρδιάς μου. Αγάπησα τους ανθρώπους και δεν το κρύβω πως αγαπήθηκα σκανδαλωδώς κι από εκείνους σε βαθμό που μέχρι σήμερα μετά από χρόνια όταν επικοινωνούμε δεν μπορούμε να κρύψουμε τα συναισθήματα και τη συγκίνηση μας.

Στην Αγίους Αναργύρους όμως μπήκα κουρασμένος και αποκαμωμένος. Ακόμη τώρα θυμάμαι το βλέμμα της μητέρας μου, όταν της είπα πως αυτή τη φορά δεν πρόκειται να κάνω τίποτα σε αυτή την ενορία. Τα απολύτως απαραίτητα. Δεν άντεχα άλλο πόλεμο από κανέναν. Εκείνη δεν μίλησε. Με αγκάλιασε και με φίλησε όπως έκανε πάντα. Είμαι σίγουρος πως δεν πίστεψε κουβέντα από όσα είπα. Κι έτσι ξεκίνησα εκείνη την πρώτη Παρασκευή του Μάρτη να λέω τους Χαιρετισμούς μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας μας στο μικρό χωριό της Κοκκαλούς. Κοίταζα μέσα στα μάτια της κι ένιωθα από παντού να έρχεται μια αύρα γεμάτη ζεστασιά. Λίγο πριν το τέλος στο κήρυγμα κοίταξα για πρώτη φορά τα πρόσωπα όλως εκείνων που τώρα ήταν τα παιδιά μου. Πρόσωπα καθαρά, μάτια ζωηρά. Είδα μια αρχοντιά και μια ευγένια που μάλλον δεν την περίμενα. Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν περίμενα πως σε τούτο το μικρό χωριό ο Θεός θα μου χάριζε τόσες πολλές ευλογίες χωρίς να τις αξίζω. Κάθε φορά που έφτανα στο χωριό όλο και περισσότερο ένιωθα πως αυτές εδώ οι ψυχές ήρθαν στη ζωή μου για να ανάψει και πάλι η φλόγα της ιερατικής διακονίας που πήγε προς στιγμήν να σβήσει. Η διάκριση τους ήταν τέτοια που ούτε μια φορά δεν με ρώτησαν πως και βρέθηκα παπάς στο χωριό τους. Κι όμως αυτή τους η στάση ήταν το βάλσαμο που επούλωσε τις πληγές μου. Κι έτσι πέντε χρόνια μετά νιώθω πως εδώ σε τούτη τη μικρή γωνιά του Παραδείσου, μια χούφτα ψυχές ευλογημένες κι ένας παπάς αμαρτωλός γινόμαστε Κοινωνία, Οικογένεια, Ευχαριστιακή σύναξη και απολαμβάνουμε μύριες τόσες χαρές κι ευλογίες από το Θεό. Και είναι στη συντροφιά μας οι Άγιοι Ανάργυροι και η Αγία Κυριακή που στέκουν φρουροί άγρυπνοι.

Σε ευχαριστώ Κύριε!