Κυριακή, 4 Μαΐου 2008



«Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα»

Στο ευαγγέλιο της πέμπτης Κυριακής των Νηστειών ο ευαγγελιστής Μάρκος μεταφέρει στην Εκκλησία την τρίτη πρόρρηση του μαρτυρικού τέλους του Χριστού. «Τω καιρώ εκείνω, παραλαμβάνει ο Ιησούς τους δώδεκα μαθητάς αυτού και ήρξατο αυτοίς λέγειν τα μέλλοντα αυτώ συμβαίνειν, ότι ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και ο υιός του ανθρώπου παραδοθήσεται τοις αρχιερεύσι και τοις γραμματεύσι, και κατακρινούσιν αυτόν θανάτω και παραδώσουσιν αυτόν τοις έθνεσιν, και εμπαίξουσιν αυτώ και μαστιγώσουσιν αυτό και εμπτύσουσιν αυτώ και αποκτενούσιν αυτόν και τη Τρίτη ημέρα αναστήσεται».

Η πρόρρηση προλογίζεται από μια σειρά πληροφοριών που δημιουργούν ατμόσφαιρα επισημότητας και δέους. Η πρώτη είναι γεωγραφική. Η άνοδος στα Ιεροσόλυμα ταυτίζεται στο κατά Μάρκον αποκλειστικά με το πάθος και επομένως η αναφορά της πόλεως προειδοποιεί για το τέλος που είναι πολύ κοντά. Ήδη στην πρώτη φάση γνωστοποιείται ο συγκεκριμένος τόπος και οι συγκεκριμένοι άνθρωποι, στους οποίους θα παραδοθεί ο Ιησούς. Για πρώτη φορά το ρήμα παραδίδομαι συνδέεται με τους αρχιερείς και γραμματείς.

Οι λέξεις και κατακρινούσιν αυτόν θανάτω εξιστορούν συνοπτικά τη δεύτερη φάση. Και πάλι για πρώτη φορά διευκρινίζεται ο ακριβής ρόλος των Ιουδαίων θρησκευτικών ηγετών και διαχωρίζεται η καταδίκη του Μεσσία από την εκτέλεση του. Η καταδίκη του Ιησού εις θάνατον είναι το αποκλειστικό έργο των αρχιερέων και των γραμματέων.

Επίσης δικό τους έργο είναι και το περιγραφόμενο στην Τρίτη φάση: «και παραδώσουσιν αυτόν τοις έθνεσιν». Οι αρχιερείς θα έχουν την ευθύνη της θανατικής καταδίκης του Ιησού και της παραδόσεώς του στα «έθνη» προς εκτέλεση. Εδώ οι μαθητές προειδοποιούνται για μια δεύτερη παράδοση του Ιησού που επαυξάνει το μέγεθος της ταπεινώσεως και του εξευτελισμού του. Ο Μεσσίας θα παραδοθεί ανελέητα στα χέρια των εθνικών και ειδωλολατρών και το γεγονός αυτό θα προσθέσει ύβρη και οδύνη στο μαρτύριο του.

Η τέταρτη φάση περιλαμβάνει τα πάθη του Χριστού στα χέρια των εθνών : «και εμπαίξουσιν αυτω και εμπτύσουσιν αυτώ και μαστιγώσουσιν αυτόν». Στο χωρίο αυτό κατονομάζονται οι συγκεκριμένες μορφές βασανισμού του Ιησού. Το πάθος δεν περιορίζεται μόνο στο σκληρό θάνατο. Συνοδεύεται από σειρά οδυνηρών εξευτελισμών και φοβερών βασανισμών. Τα τρία ρήματα του συγκεκριμένου χωρίου καλύπτουν διαδοχικές μορφές εξουδενώσεως, από την ειρωνεία και το σαρκασμό μέχρι τις σωματικές κακώσεις.
Ένα μόνο ρήμα περιγράφει την Πέμπτη φάση : «και αποκτενούσιν». Με μια μόνο λέξη, στη μέγιστη δυνατή συνοπτικότητα, κλείνει ο κύκλος του φρικτού μαρτυρίου. Το αδυσώπητο όριο του θανάτου υπαγορεύει τη φραστική λιτότητα, ύστερα μάλιστα από τις αλγεινές φάσεις του πάθους που έχουν προηγηθεί.

Είναι φανερό ότι το χωρίο αυτό αποτελεί αριστουργηματική επιτομή της Χριστολογίας του πάθους. Με μια γλώσσα απαράμιλλης διαύγειας και αποφασιστικότητας, ο Ιησούς ξεδιπλώνει εμπρός στους έκθαμβους και τρομαγμένους μαθητές ακέραια την πραγματικότητα του απίστευτου τέλους του.

Όπως όμως συμβαίνει σταθερά στον ευαγγελιστή Μάρκο, η Χριστολογία αυτή του πάθους δεν μένει κυριαρχικά και ανεξέλεγκτα μόνη. Μετά το «αποκτενούσιν» ακολουθεί σ΄ ένα τόνο ακλόνητης πεποιθήσεως η διακήρυξη «και μετά τρεις ημέρας αναστήσεται». Η ανάσταση προαναγγέλεται με μια βεβαιότητα όμοια με εκείνη της αναγγελίας του πάθους. Η Χριστολογία της υπέρτατης εξουσίας του Μεσσία οριοθετεί την έκταση και την ισχύ της Χριστολογίας του πάθους. Πάντως η τελευταία παραμένει η δεσπόζουσα Χριστολογία της περικοπής. Ο λόγος του Ιησού εδώ είναι πρωταρχικά και ηθελημένα λόγος αποκαλυπτικός της πραγματικότητας του πάθους.

Στους λόγους των πατέρων που είναι αφιερωμένοι στο πάθος του Κυρίου υπάρχει μια πολύ ευτυχισμένη στιγμή, όπου ερμηνεύουν συμβολικά το Σταυρό και τα άλλα γεγονότα και σύνεργα της σταυρώσεως. Ο συμβολισμός όμως αυτός δεν είναι μια εικόνα αδειανή. Έχει ένα βάθος πνευματικό, ασυνήθιστο για τη λογοτεχνία.

Ο Χριστός δέχθηκε ακάνθινο στεφάνι στην κεφαλή του, κι έτσι φανέρωσε ότι έρριψε τον στέφανο που είχε ο διάβολος στην κεφαλή του, από την νίκη που πέτυχε απέναντι μας (άγ. Γρηγόριος Παλαμάς). Επίσης, το ακάνθινο στεφάνι δηλώνει ότι ο Χριστός εξάλειψε την κατάρα που είχε η γη μετά την πτώση του Αδάμ, με το να βλαστάνει αγκάθια, ή ότι εξάλειψε τις μέριμνες και τις οδύνες της παρούσης ζωής, που μοιάζουν με αγκάθια, ή ακόμη φανερώνει ότι έγινε κοσμοκράτωρ και νικητής της σαρκός και της αμαρτίας (Μ. Αθανάσιος), αφού στεφάνι φορούν οι βασιλείς.

Έβγαλε τα ιμάτια του και φόρεσε πορφύρα, για να βγάλει τους δερμάτινους χιτώνες, που είχε φορέσει ο Αδάμ μετά την παράβαση της εντολής του Θεού, που είναι σημείο της νεκρώσεως (Μ. Αθανάσιος) . Φόρεσε δε πάλι τα ιμάτια για να ενδύσει τον άνθρωπο με την αφθαρσία που είχε προς της παρακοής (Μ. Αθανάσιος).

Έλαβε στα χέρια του κάλαμο για να θανατώσει τον αρχαίο όφι και δράκοντα, αφού άλλωστε με το καλάμι σκοτώνει κανείς τα φίδια (Μ. Αθανάσιος). Ακόμη έλαβε τον κάλαμο για να σταματήσει την εξουσία του διαβόλου επάνω στους ανθρώπους (αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος). Επί πλέον έλαβε τον κάλαμο για να σβήσει το χειρόγραφο των αμαρτιών μας (Μ. Αθανάσιος), για να γράψει με το κόκκινο αίμα του βασιλικώς το γράμμα της συγχωρήσεως των αμαρτιών μας (άγ. Θεόδωρος Στουδίτης).

Σταυρώθηκε στο ξύλο του Σταυρού για το ξύλο της γνώσεως. Ξέρουμε από την Παλαιά Διαθήκη ότι δια ξύλου έπεσε ο Αδάμ και έχασε την κοινωνία του με το Θεό. Έπρεπε με ένα άλλο ξύλο , το ξύλο του Σταυρού, να επανέλθει ο άνθρωπος στον Παράδεισο της τρυφής. Καρφώθηκε πάνω στον Σταυρό, για να καρφώσει την αμαρτία. Άπλωσε τα χέρια του στον Σταυρό για να ιατρεύσει το άπλωμα των χεριών του Αδάμ και της Εύας όταν έλαβαν τον απαγορευμένο καρπό, καθώς επίσης και για να ενώσει τα διεστώτα, δηλ. τους αγγέλους και τους ανθρώπους, τα ουράνια και τα επίγεια.

Έλαβε επάνω στον Σταυρό την γεύση της χολής και του όξους, για την γλυκεία γεύση που αισθάνθηκε ο Αδάμ και η Εύα τρώγοντας τον απαγορευμένο καρπό (άγ. Γρηγόριος Θεολόγος). Έτσι με την γεύση του όξους θεράπευσε την γεύση της απαγορευμένης ηδονής. Έλαβε τον θάνατο για να θανατώσει τον θάνατο.

Το αίμα και το ύδωρ που έρευσαν από την πλευρά του φανέρωναν τα βασικά μυστήρια της Εκκλησίας, δηλ. το Βάπτισμα (ύδωρ) και την Θεία Ευχαριστία (αίμα), καθώς επίσης και το βάπτισμα του μαρτυρίου. Σκοτίσθηκε ο ήλιος και η σελήνη για να δείξουν το πένθος τους για τον σταυρωθέντα. Ανέβηκε ο Χριστός στο ύψος του Σταυρού για την πτώση του Αδάμ. Οι πέτρες εσχίσθησαν, επειδή έπασχε η πέτρα της ζωής. Ανέστησε ο Χριστός τους νεκρούς οι οποίοι στη συνέχεια εισήλθαν στα Ιεροσόλυμα, για να δείξει ότι, αφού και εμείς αναστηθούμε, θα εισέλθουμε στην άνω Ιερουσαλήμ.

Όπου Σταυρός εκεί και Ανάσταση. Η Ανάσταση του Χριστού αποτελεί το μεγαλύτερο γεγονός μέσα στην ιστορία. Πρόκειται για θέωση και ανάσταση της ανθρώπινης φύσεως και για ελπίδα θεώσεως και αναστάσεως της δικής μας υποστάσεως. Αφού βρέθηκε το φάρμακο, υπάρχει ελπίδα ζωής. Δια της Αναστάσεως του Χριστού αποκτά άλλο νόημα και η ζωή και ο θάνατος. Δεν θεωρούμε ως ζωή το σύνολο των ιστορικών γεγονότων , αλλά την κοινωνία με το Θεό. Και δεν θεωρούμε θάνατο το τέλος της παρούσας ζωής, αλλά την απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Χριστό, ενώ ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα δεν είναι θάνατος, αλλά προσωρινός ύπνος. Ο Απόστολος Πάυλος ακριβώς επειδή αισθάνεται ενωμένος με τον Αναστάντα Χριστό, μπορεί να ομολογεί : «Πέπεισμαι γαρ ότι ούτε θάνατος, ούτε ζωή, ούτε άγγελοι, ούτε αρχαί, ούτε δυνάμεις, ούτε ενεστώτα, ούτε μέλλοντα, ούτε ύψωμα, ούτε βάθος, ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του θεού της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών». Ρωμ. Η΄ 38-39.

Θα μπορούσε ώρες να μιλάει κανείς για όλα όσα έχουν ανά τους αιώνες γραφτεί και ειπωθεί για το Πάθος, τον Σταυρό και την Ανάσταση του Κυρίου μας. Είναι όμως προτιμότερο να αφήσουμε την στιγμή αυτή την υμνολογία της Εκκλησίας να μας μιλήσει για όλα όσα θα ζήσουμε τα επόμενα εικοσιτετράωρα που έρχονται κι έτσι και με τον τρόπο αυτό να προετοιμαστούμε για την πορεία του Σταυρού , αλλά και το φως της Αναστάσεως.

Ομιλία του π. Ιουστίνου το Σάββατο του Λαζάρου στον Άγιο Νικόλαο Νέας Περάμου