Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Κωνσταντίνου και Ελένης


Κύριε 
σού έφερα το πρόσφορο 
ζεστή ακόμα η σάρξ με σφραγίδα 
εδώ το χαρτονόμισμα να δώσεις κάτι στο κερί 
που σου διαβάζει οδυρμούς εν περιλήψει 
κι εδώ είναι το χαρτί με των ψυχών τα ονόματα. 
Όσα μπορείς αγίασον. 

 Για την Ελένη κυρίως ενδιαφέρομαι 
ήτανε κάποτε η μάνα μου. Τώρα δεν ξέρω 
τι συγχωνεύσεις έκανες 
αν σε κοινό αυλάκι ρέει 
το ίδιο αίμα με το ξένο 
αν το αδειάζεις ως απόβλητο 
εκεί που υδρεύονται οι πίστεις 
αν το επεξεργάζεσαι βαφή για τα τριαντάφυλλα 
βαφή για τον θυμό των άυλων πραγμάτων 
- να ρίχνεις καμιά στάλα από δαύτο 
στο μαύρο που ’ναι οι πληγές - αίμα δικό τους είναι. 

Ελένη. Να σ’ την δείξω μην την μπερδέψεις 
με άλλες έτσι που κατάργησες τα επίθετα 
κατάργησες τις ανομοιότητες. 
Μόνο διακριτικό που τους απέμεινε 
είναι πόσο τους ξέχασαν 
και πόσο ακόμα τους θυμούνται. 
Αλλά αυτό εσένα μάλλον σε μπερδεύει. 
Το έργο σου εσύ το αναγνωρίζεις 
απ’ το ευδιάκριτο εκείνο αδιακρίτως. 

Ελένη Ελένη - άσε τον Αθανάσιον 
τον έχω αναλάβει εγώ αυτόν 
τον αναπαύω εγώ αυτόν σε πουπουλένια κλάματα. 
Τη μάνα μου αγίασον. 

Έλα πιο κάτω να σ’ την δείξω. 
Είναι εκείνη η συρμάτινη φουρκέτα. 
Διχαλωτή αιωρείται σαν κεραίες 
σβησμένου αποτυπώματος μικρού σαλιγκαριού. 

Έτσι έζησαν τα λιγοστά μαλλιά της. 
Γυροφέρνοντας το σχήμα ενός κότσου 
ίδιος με ασθενικό σαλιγκαριού καβούκι 
που όλο ξεγλιστρούσαν και κατέρρεαν 
αδύναμοι οι κύκλοι του απ’ τη περιέλιξή τους. 
Και η φουρκέτα - συνέχισε μάνα για λίγο εσύ 
να τρέξω εγώ να πιάσω τον κρυφτούλη ήχο 
της πτώσης άφθαρτα όπως χτυπά 
επάνω στην πλακόστρωτη την πατρική επιφάνειά μου. 

Αυτή είναι, δες την καλά. 
Κοίτα μη μου αγιάσεις ξένη μάνα 
και γίνει η στοργική ορφάνια μου 
μετά από τόσα χρόνια μητριά μου.

 Κική Δημουλά, Η εφηβεία της λήθης, 1994

Κυριακή, 1 Μαΐου 2016

Μεγαλοβδομαδιάτικο ημερολόγιο (4)


Σήμερα τα ξημερώματα “Χριστός Ανέστη εκ νεκρών” κι άλλη μια μεγαλοβδομάδα τέλειωσε. Η παρηγοριά του κατηχητικού λόγου του Αη- Γιάννη του Χρυσοστόμου για τους νηστεύσαντες και τους μη νηστεύσαντες, για τους αγωνιστές μα και τους ράθυμους βάζει τα πράγματα στη σωστή τους βάση. Δεν θα σωθείς επειδή είσαι εσύ ο δυνατός και ο τέλειος, αλλά γιατί ο αναστημένος Χριστός σε εξαγόρασε από την κατάρα του νόμου. Κανένας να μη φύγει με την αίσθηση της ενοχής από ετούτο το πανηγύρι της ζωής. Όλοι απόψε λουσμένοι μέσα στο ανέσπερο αναστάσιμο φως. Ξέχνα τους αριθμούς και το μέτρημα. Ξέχνα τους κανόνες που οι άνθρωποι φτιάξαμε για να θεραπεύσουν την αδυναμία της ολοκληρωτικής παράδοσης μας στο έλεος και στην αγάπη του Θεού. Σήμερα Ανέστη Χριστός κι όλα τα άλλα είναι φτώχεια και μιζέρια.

Από τα χθες το πρωί με την πρώτη Ανάσταση, αλλά και το βράδυ με τις εκατοντάδες λαμπάδες να φωτίζουν τη νύχτα και να κάνουν τα πρόσωπα να δείχνουν διάφανα και λαμπερά, όλα οδηγούν στη νέα πραγματικότητα που ξεπηδάει μέσα από τον τάφο. Πρέπει να έχεις αναμετρηθεί με το θάνατο για να καταλάβειις τι είναι η ζωή. Πρέπει να τον έχεις έχεις αγγίξει έστω και λίγο , για να νιώσεις πως η κάθε σου ανάσα είναι πολύτιμη και δοξολογική αναφορά στο δημιουργό σου. Δώρο η ζωή. Δώρο μοναδικό και πολύτιμο. Όσο χθες περνούσαν από μπροστά μου μικροί και μεγάλοι για να κοινωνήσουν Εκείνον, σκεφτόμουν πως μετά από δυο χιλιάδες χρόνια όλα ετούτη τη νύχτα, είναι τόσο μα τόσο ζωντανά. Για μένα αυτό είναι ο θαύμα. Έστω αυτή τη μια φορά το χρόνο , το βράδυ της Ανάστασης να θέλεις να νιώσεις τη γλύκα της παρουσίας Του μέσα στο σώμα σου. Σύναιμος και σύσωμος Εκείνου που σου χαρίζει την κάθε στιγμή, είτε αυτή είναι καλή , είτε είναι κακή.

Το γεμάτο αγιοπότηρο είχε αδειάσει. “Οσάκις αν εσθίητε τον άρτον τούτον και το Ποτήριον τούτο πίνετε, τον εμόν θάνατον καταγγέλλετε, την εμήν Ανάστασιν ομολογείτε”. Χριστέ μου, τούτα τα λόγια μόνο μέσα από το καμίνι της πίστης μπορούν να βγούν. Πρέπει να έχεις ερωτευτεί για να καταλάβεις αυτή την απολυτότητα των λέξεων. Ακριβώς όπως τότε που ο έρωτας σε κάνει να νομίζεις πως μπορείς να καταφέρεις το ακατόρθωτο, ακόμη και να νικήσεις το θάνατο. Και να που μπορείς...

Χριστός ανέστη καρδιά μου! Και μη φοβάσαι. Ζει Κύριος ο Θεός!

Τέλος