Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Ολοι για ένα χάδι...


Εδώ κι ένα χρόνο έχω έναν όμορφο σκύλο. Τον είπα Αργύρη γιατί τον βρήκα απένανατι από την εκκλησία των αγίων Αναργύρων που είμαι εφημέριος. Ήταν μέσα σε μια λακούβα και γύρω του άλλα τρία νομίζω κουτάβια που ήταν τα αδέρφια του. Εμείς δίπλα στης Μένης πίναμε καφέ. Τα κοίταξα ώρα πολύ και σχεδόν ήμουν σίγουρος πως ένα από τα κατούβια θα το έβαζα στη στενότερη οικογένεια μου. Πήγα κοντά. Με ακολούθησε κι ο Θέμης. Κατάλαβε πως ήμουν έτοιμος να διαλέξω. “Αρσενικό να πάρεις” άκουσα τη φωνή του. Χαμογέλασα, μάλλον γιατί δεν κατάλαβα ποια θα ήταν η διαφορά. Με μια γρήγορη κίνηση ο Θέμης μου έδειξε τον Αργύρη. Έγινε του λέω. Αυτό θα πάρω.

Δεν ζω στο χωριό. Έρχομαι μόνο τα σαββατοκύριακα. Όλη την υπόλοιπη εβδομάδα είμαι στη Θεσσαλονίκη. Ο Αργυράκος ήταν η παρέα μου τα βράδυα του Σαββάτου που πήγαινα στο μικρό μου διαμέρισμα μετά τον εσπερινό και την συνάντηση μελέτης με τους ενορίτες μου. Η παρουσία του ήταν μια απίστευτη εμπειρία. Πολλές φορές σκεφτόμουν αν εγώ νιώθω έτσι για ένα τετράποδο πλάσμα πόσο γεμάτοι θα νιώθουν όσοι μεγαλώνουν τα παιδιά τους και τα βλέπουν να μεγαλώνουν.

Ένα χρόνο μετά ο Αργύρης έχει γίνει γίγαντας. Τρέχει, παίζει, γαυγίζει και τελευταίως ερωτεύεται. Ακριβώς. Έφτασε πριν λίγους μήνες στο χωριό η “ελαφίνα”. Έτσι την είπαν τα κορίτσια του χωριού. Μικροκαμωμένη, με γαλανά ματάκια, και μυτούλα ροζ. Μοντέλο. Φοβισμένη πολύ τον πρώτο καιρό. Κανείς δεν ήξερε πως έφτασε μέχρι εδώ. Μάλλον κάποιος που την βαρέθηκε στην πόλη μας την άφησε. Δεν πειράζει. Εδώ είναι λιμάνι. Αγκαλιά. Η χαρά του Θεού. Μια ζωγραφιά του Παραδείσου.

Κι ο Αργυράκος έπεσε στα δίχτυα της μικράς. Τον έχασα από την αυλή. Νύχτα μέρα απο πίσω της. Κι εκείνη ο απόλυτος κυριάρχος του παιχνιδιού. Κάθε φορά που τον έβλεπα να έρχεται ίσα ίσα για να φάει και να ξεκουραστεί σκεφτόμουν πως τελικά όλοι οι νέοι είναι ίδιοι. Μπροστά στον έρωτα τίποτα δεν τους νοιάζει.

Χθες βράδυ μάλλον το αγόρι ήταν πολύ κουρασμένο. Από νωρίς ήρθε και ξάπλωσε μπροστά από την πόρτα. Είχε αρχίσει να βρέχει κι απολάμβανα τον ήχο της βροχής σε απόλυτη αρμονία με τη σιωπή της νύχτας. Ο Αργυράκος εκεί δίπλα στα πόδια μου αναστέναζε. Ποιος ξέρει. Ίσως να ονειρευόταν την καλή του. Ίσως και κάτι άλλο. Έκσυψα κι άρχισα να τον χαϊδεύω ενώ ταυτόχρονα τον πείραζα. Συνέλαβα τον εαυτό μου να του μιλάω όπως ίσως θα μιλούσα στο γιο μου για το πρώτο του κορίτσι. Νομίζω περισσότερο τον πείραζα. Ο Αργυράκος δεν έλεγε να κουνηθεί από τη θέση του. Απολάμβανε το χάδι, την αγάπη ακόμη και το δούλεμα. Ξάφνικα ένιωσα πως όλα τα πλάσματα του Θεού πεθαίνουμε για ένα χάδι. Για ένα χέρι που θα απλώσει πάνω μας όλη εκείνη την ενέργεια που θα κάνει το σώμα μας να ανατριχιάσει.

Καθήσαμε έτσι ώρα πολύ. Ο Αργύρης κοιμόταν ακούγοντας τη βροχή, νιώθοντας το χάδι μου, και βλέποντας στο όνειρο του την “ελαφίνα” να του χαμογελάει. Κι εγώ ήμουν χαρούμενος που ο Θεός μου χαρίζει τόσες, μα τόσες ευλογίες, εδώ στη δική μου ζωγραφιά του Παραδείσου!


Δεν υπάρχουν σχόλια: