Τετάρτη 6 Ιουλίου 2016

Τρεις εικόνες.






Βλέποντας σήμερα το πρωί δύο φωτογραφίες από δύο διαφορετικές πόλεις, τη Μαδρίτη και το Τορόντο, από τις εκδηλώσεις υπερηφάνειας της LGBT κοινότητας, θυμήθηκα μια τρίτη η οποία τραβήχτηκε 52 χρόνια πριν. Στο μυαλό μου αμέσως έγιναν συνειρμοί που συνδέουν το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον, καθώς και την τόλμη που πρέπει να έχουν οι ηγέτες, αλλά και οι σκεπτόμενοι πολίτες για έναν κόσμο απαλλαγμένο από κάθε είδους έκφραση ρατσισμού. Δύο εκατομμύρια Ισπανοί βγήκαν στο δρόμο για να συμμετάσχουν στο gay pride, ενώ στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού το ίδιο έκανε και ο πρωθυπουργός του Καναδά Justin Trudeau.

Η τρίτη φωτογραφία ασπρόμαυρη και όχι τόσο χαρούμενη όσο οι δύο προηγούμενες, αλλά με έναν κοινό παρανομαστή : ρατσισμός και ανθρώπινα δικαιώματα. Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος , δίπλα στον μαύρο ηγέτη Martin Luther King στη Σέλμα της Αλαμπάμα να διαδηλώνουν κατά της ρατσιστικής νομοθεσίας των ΗΠΑ εναντίον των μαύρων. Αυτή του η εμφάνιση φιλοξενήθηκε στο εξώφυλλο του περιοδικού “LIFE” και αποτέλεσε ένα ισχυρό μήνυμα προς την αμερικανική κοινωνία, η οποία αντίκρισε ένα λευκό θρησκευτικό ηγέτη να αγωνίζεται για τα δικαιώματα των μαύρων. Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος, υπήρξε μια εμβληματική προσωπικότητα για όλο τον κόσμο. "Τολμηρός, θεληματικός, με πολλή φαντασία, πρωτοποριακός σε ρυθμό που δυσκολεύονται και οι προοδευτικοί ακόμα να παρακολουθήσουν, συχνά βρίσκεται μόνος του στους δρόμους τους οποίους χαράζει. Η μοίρα των πρωτοπόρων. Διαφορετικά, δεν θα ήταν πρωτοπόρος”, όπως έγραφε ο χρονικογράφος Παύλος Παλαιολόγος. Ο Ιάκωβος δεν φοβήθηκε τη μιζέρια και την μικροψυχία των τότε συντηρητικών κύκλων της εποχής του, οι οποίοι δεν άντεχαν τέτοιου είδους προσεγγίσεις στη διαφορετικότητα. "Σε μία εποχή όπου πολλοί από τους εξέχοντες θρησκευτικούς ηγέτες του έθνους παρέμεναν σιωπηλοί, ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος με θάρρος υποστήριξε το Κίνημά μας για την Ελευθερία και προχώρησε δίπλα στο Μ. Λ. Κίνγκ, ενώ συνέχισε να υποστηρίζει την ειρηνική κίνηση ενάντια στη φτώχεια, το ρατσισμό και τη βία σε ολόκληρη τη ζωή τουέγραφε η χήρα του Martin Luther King μετά το θάνατο του Ιακώβου. Σκέφτομαι πως αν ζούσε σήμερα θα έκανε ακριβώς το ίδιο, συμμετέχοντας σε κάποια παρόμοια πορεία διεκδικώντας ίσα δικαιώματα για τον κάθε άνθρωπο.  


Πενήντα χρόνια μετά, τα ίδια ακριβώς φαινόμενα της φτώχεια, του ρατσισμού και της βίας, αποτελούν στοιχεία της καθημερινότητας εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Ακραίες φωνές προσπαθούν να βάλουν στο περιθώριο κοινωνικές ομάδες απλά και μόνο γιατί οι ίδιοι δεν τους θεωρούν “δικούς” τους. Έχουμε όλοι ευθύνη στον πόλεμο κατά των φαινομένων ρατσισμού και βίας. Ακόμη και εκείνοι που θεωρούν τους εαυτούς τους μέρος αυτής της πολεμικής όπως η LGBT κοινότητα. Γιατί καλό είναι να απαιτείς για τον εαυτό σου, αλλά θα πρέπει κάποτε να βγεις από τα ρούχα του μονίμως αδικημένου και να ξεκινήσεις να σκέφτεσαι πως υπάρχουν πιο αδικημένοι και λιγότερο “χαρούμενοι” από εσένα σε τούτο τον κόσμο. 

π. Ι.Κ.

Σάββατο 21 Μαΐου 2016

Κωνσταντίνου και Ελένης


Κύριε 
σού έφερα το πρόσφορο 
ζεστή ακόμα η σάρξ με σφραγίδα 
εδώ το χαρτονόμισμα να δώσεις κάτι στο κερί 
που σου διαβάζει οδυρμούς εν περιλήψει 
κι εδώ είναι το χαρτί με των ψυχών τα ονόματα. 
Όσα μπορείς αγίασον. 

 Για την Ελένη κυρίως ενδιαφέρομαι 
ήτανε κάποτε η μάνα μου. Τώρα δεν ξέρω 
τι συγχωνεύσεις έκανες 
αν σε κοινό αυλάκι ρέει 
το ίδιο αίμα με το ξένο 
αν το αδειάζεις ως απόβλητο 
εκεί που υδρεύονται οι πίστεις 
αν το επεξεργάζεσαι βαφή για τα τριαντάφυλλα 
βαφή για τον θυμό των άυλων πραγμάτων 
- να ρίχνεις καμιά στάλα από δαύτο 
στο μαύρο που ’ναι οι πληγές - αίμα δικό τους είναι. 

Ελένη. Να σ’ την δείξω μην την μπερδέψεις 
με άλλες έτσι που κατάργησες τα επίθετα 
κατάργησες τις ανομοιότητες. 
Μόνο διακριτικό που τους απέμεινε 
είναι πόσο τους ξέχασαν 
και πόσο ακόμα τους θυμούνται. 
Αλλά αυτό εσένα μάλλον σε μπερδεύει. 
Το έργο σου εσύ το αναγνωρίζεις 
απ’ το ευδιάκριτο εκείνο αδιακρίτως. 

Ελένη Ελένη - άσε τον Αθανάσιον 
τον έχω αναλάβει εγώ αυτόν 
τον αναπαύω εγώ αυτόν σε πουπουλένια κλάματα. 
Τη μάνα μου αγίασον. 

Έλα πιο κάτω να σ’ την δείξω. 
Είναι εκείνη η συρμάτινη φουρκέτα. 
Διχαλωτή αιωρείται σαν κεραίες 
σβησμένου αποτυπώματος μικρού σαλιγκαριού. 

Έτσι έζησαν τα λιγοστά μαλλιά της. 
Γυροφέρνοντας το σχήμα ενός κότσου 
ίδιος με ασθενικό σαλιγκαριού καβούκι 
που όλο ξεγλιστρούσαν και κατέρρεαν 
αδύναμοι οι κύκλοι του απ’ τη περιέλιξή τους. 
Και η φουρκέτα - συνέχισε μάνα για λίγο εσύ 
να τρέξω εγώ να πιάσω τον κρυφτούλη ήχο 
της πτώσης άφθαρτα όπως χτυπά 
επάνω στην πλακόστρωτη την πατρική επιφάνειά μου. 

Αυτή είναι, δες την καλά. 
Κοίτα μη μου αγιάσεις ξένη μάνα 
και γίνει η στοργική ορφάνια μου 
μετά από τόσα χρόνια μητριά μου.

 Κική Δημουλά, Η εφηβεία της λήθης, 1994

Κυριακή 1 Μαΐου 2016

Μεγαλοβδομαδιάτικο ημερολόγιο (4)


Σήμερα τα ξημερώματα “Χριστός Ανέστη εκ νεκρών” κι άλλη μια μεγαλοβδομάδα τέλειωσε. Η παρηγοριά του κατηχητικού λόγου του Αη- Γιάννη του Χρυσοστόμου για τους νηστεύσαντες και τους μη νηστεύσαντες, για τους αγωνιστές μα και τους ράθυμους βάζει τα πράγματα στη σωστή τους βάση. Δεν θα σωθείς επειδή είσαι εσύ ο δυνατός και ο τέλειος, αλλά γιατί ο αναστημένος Χριστός σε εξαγόρασε από την κατάρα του νόμου. Κανένας να μη φύγει με την αίσθηση της ενοχής από ετούτο το πανηγύρι της ζωής. Όλοι απόψε λουσμένοι μέσα στο ανέσπερο αναστάσιμο φως. Ξέχνα τους αριθμούς και το μέτρημα. Ξέχνα τους κανόνες που οι άνθρωποι φτιάξαμε για να θεραπεύσουν την αδυναμία της ολοκληρωτικής παράδοσης μας στο έλεος και στην αγάπη του Θεού. Σήμερα Ανέστη Χριστός κι όλα τα άλλα είναι φτώχεια και μιζέρια.

Από τα χθες το πρωί με την πρώτη Ανάσταση, αλλά και το βράδυ με τις εκατοντάδες λαμπάδες να φωτίζουν τη νύχτα και να κάνουν τα πρόσωπα να δείχνουν διάφανα και λαμπερά, όλα οδηγούν στη νέα πραγματικότητα που ξεπηδάει μέσα από τον τάφο. Πρέπει να έχεις αναμετρηθεί με το θάνατο για να καταλάβειις τι είναι η ζωή. Πρέπει να τον έχεις έχεις αγγίξει έστω και λίγο , για να νιώσεις πως η κάθε σου ανάσα είναι πολύτιμη και δοξολογική αναφορά στο δημιουργό σου. Δώρο η ζωή. Δώρο μοναδικό και πολύτιμο. Όσο χθες περνούσαν από μπροστά μου μικροί και μεγάλοι για να κοινωνήσουν Εκείνον, σκεφτόμουν πως μετά από δυο χιλιάδες χρόνια όλα ετούτη τη νύχτα, είναι τόσο μα τόσο ζωντανά. Για μένα αυτό είναι ο θαύμα. Έστω αυτή τη μια φορά το χρόνο , το βράδυ της Ανάστασης να θέλεις να νιώσεις τη γλύκα της παρουσίας Του μέσα στο σώμα σου. Σύναιμος και σύσωμος Εκείνου που σου χαρίζει την κάθε στιγμή, είτε αυτή είναι καλή , είτε είναι κακή.

Το γεμάτο αγιοπότηρο είχε αδειάσει. “Οσάκις αν εσθίητε τον άρτον τούτον και το Ποτήριον τούτο πίνετε, τον εμόν θάνατον καταγγέλλετε, την εμήν Ανάστασιν ομολογείτε”. Χριστέ μου, τούτα τα λόγια μόνο μέσα από το καμίνι της πίστης μπορούν να βγούν. Πρέπει να έχεις ερωτευτεί για να καταλάβεις αυτή την απολυτότητα των λέξεων. Ακριβώς όπως τότε που ο έρωτας σε κάνει να νομίζεις πως μπορείς να καταφέρεις το ακατόρθωτο, ακόμη και να νικήσεις το θάνατο. Και να που μπορείς...

Χριστός ανέστη καρδιά μου! Και μη φοβάσαι. Ζει Κύριος ο Θεός!

Τέλος



Σάββατο 30 Απριλίου 2016

Η μάνα του Ιούδα


Με αργό το βήμα η Παναγιά κι αμέτρητο τον πόνο, 
τη νύχτα από το Γολγοθά κατέβαινε και μόνο 
τον Ιωάννη πλάι της, μες στο σκοτάδι εκείνο, 
κι οι πέτρες ανατρίχιαζαν στο μυστικό της θρήνο. 
Όλα τριγύρω σιωπηλά, βουβός είναι κι ο δρόμος, 
λες και τον κόσμο νέκρωσε ένας μεγάλος τρόμος. 
Κι όσο βαδίζουν σαν σκιές στ’ άχαρα εκείνα μέρη, 
και μοιρολόγια η Παναγιά τα πιο όμορφα που ξέρει 
τα λέει κι ο αντίλαλος, απ’ όπου κι αν διαβαίνει, 
κάθε λουλούδι τρυφερό που βρίσκεται μαραίνει. 
Πώς να μην κλάψει, που ’γινε γι’ αυτήν σκοτάδι η μέρα; 
Κι αν είν’ Αυτός θεάνθρωπος, κείνη είναι μητέρα. 
Ξάφνου ακούει μια φωνή, που την ερμιά ταράζει. 
«Ω! τι φωνή να είν’ αυτή, ποια κλαίει, ποια στενάζει; 
Ποια μάνα σαν κι εμέ πονεί και μοιρολόγια λέει 
και του παιδιού της το χαμό ποια άλλη μάνα κλαίει;» 
Ναι, κάποια μάνα είναι αυτή, που μοναχή στην άκρη 
απαρηγόρητα θρηνεί και χύνει μαύρο δάκρυ. 
Και τούτη σαν και τη Μαριάμ το γιο της έχει χάσει 
και δεν μπορεί τέτοιο κακό ποτέ να το ξεχάσει. 
Κλαίει, αλλά το κλάμα της δεν συγκινεί κανένα, 
τον πόνο της αισθάνεται η Παναγιά η Παρθένα. 
Σιμώνει και την ερωτά: «Πες μου ποιος είν’ ο γιος σου;» 
Μα η μάνα, που είναι ένοχη, τα μάτια χαμηλώνει. 
Σκύβει, δειλά της απαντά, της λέει: «Αδελφή μου, 
Ιούδας ονομάζεται το άμοιρο παιδί μου. 
Στους πέντε δρόμους ρίχτηκα, Χριστέ μου, σα ζητιάνα, 
ω! που να μην έσωνα ποτέ, ποτέ να γίνω μάνα.» 
Η Παναγιά κατάλαβε, το γιο της τον γνωρίζει, 
μα η μητέρα του Χριστού δε φεύγει, δε γογγύζει. 
Η Παναγία το Χριστό τον είδε σταυρωμένο 
κι εκείνη είδε το γιόκα της στο δέντρο κρεμασμένο. 
Το δικό της τον καημό ξεχνά την ώρα εκείνη 
και για τη μάνα τώρα αυτή τα δάκρυά της χύνει. 
Έσκυψε και τη φίλησε, χάιδεψε τα μαλλιά της 
και την επήρε με στοργή γλυκά στην αγκαλιά της. 
Της λέει λόγια της καρδιάς και τη γλυκομερώνει, 
της δίνει θάρρος, δύναμη κι απάνω τη σηκώνει. 
«Σήκω», της λέει, «άμοιρη, πρέπει να ξαποστάσεις, 
πάμε μαζί στο σπίτι μου, τη νύχτα να περάσεις. 
Εκεί οι δυο τον πόνο μας το μητρικό θα πούμε, 
θα σμίξουμε τα δάκρυα και θα προσευχηθούμε. 
Η μια στης άλλης το πλευρό σκυφτές συλλογισμένες, 
οι δυο μανάδες περπατούν αδερφαγκαλιασμένες. 
Γιατί ο Χριστός, που σήμερα στο Γολγοθά κρεμάται 
έδωσε τέτοια εντολή "αλλήλους ν’ αγαπάτε"».

Μεγαλοβδομαδιάτικο ημερολόγιο (3)


Ξημέρωσε Μεγάλο Σάββατο. Κοιτάζω από το παράθυρο και βλέπω τις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Θυμήθηκα τον ύμνο των τριών παίδων που θα ψάλλουμε σε λίγο, όπου ολάκερη η πλάση υμνεί τον Κύριο. Και πως αλλιώς θα μπορούσε να γίνει. Όλα υπάρχουν για ένα και μοναδικό σκοπό. Για να μου δείχνουν ποιος είναι ο δημιουργός και σε ποιον ανήκει η δοξολογία. Ο ήλιος, ο ουρανός, τα βουνά, τα φυτά, τα νερά, κάθετι που έχει μέσα του πνοή δημιουργίας μου ψυθιρίζει : “Τον Κύριο υμνούμε εις πάντας τους αιώνας”.

Η σκέψη μου τρέχει στη χθεσινή βραδυά. Η ευωδιά των λουλουδιών με αυτή της βροχής που έπεφτε όλη μέρα ακόμη έντονες. Ο επιτάφιος μας όμορφος και συνάμα λιτός. Έτσι όπως πρέπει να είναι η νεκρική κλήνη που φιλοξενεί των “πάντων διάκονο”. Λευκά και μωβ χρυσάνθεμα πλεγμένα από τα επιδέξια δάχτυλα των μυροφόρων γυναικών της κοινότητας μας. Όταν το πρωί μπήκα στο ναό για την ακολουθία και είδα το ποίημα των χειρών τους, είπα μέσα μου : “Όσο θα υπάρχετε εσείς , θα υπάρχει και η Εκκλησία”.

Ξάφνου πέρασαν από μπροστά μου όλες εκείνες οι γυναικίες παρουσίες με τις οποίες συνατηθήκαμε ετούτο το μεγαλοβδόμαδο στις ευαγγελικές διηγήσεις. Η Μάρθα με τη Μαρία, αδερφές του Λαζάρου, η πόρνη να εξιστορεί τη ζωή της στην ποιήτρια Κασσιανή, η Μαρία η Μαγδαληνή και τέλος η Μάνα μας, η Παναγιά του πόνου και του Χάρου. Όσο κι αν θέλουμε να τις έχουμε επίσημα στο περιθώριο τις γυναίκες τόσο εκείνες θα αποτελούν τον βασικό πυλώνα της κοινοτικής μας ζωής. Από το πρόσφορο , μέχρι τον ίδιο τον παπά που θα κληθεί να γίνει ο κορυφαίος της σύναξης. Τέτοια μεγάλη είναι η προσφορά της γυναίκας μέσα στην Εκκλησία.

Αυτό ήταν και το θέμα του κηρύγματος μου πριν την Αποκαθήλωση. Και καθώς μίλαγα και κοίταζα τα μάτια τους που στιγμές στιγμές βούρκωναν γιατί μάλλον σκέφτονταν πως κάποιες φορές ο σταυρός της ευθύνης της μάνας και της συζύγου μπορεί να είναι πιο βαρύς από αυτό που αντέχουν, ένιωσα να με χαϊδεύει από μια άκρη της εκκλησιάς το βλέμα της δικής μου μάνας. Όλη ετούτη τη μεγαλοβδομάδα είναι εδώ κοντά μαζί μου. Στέκεται πάντα στο ίδιο στασίδι με το βιβλίο που τις έκανα πριν χρόνια δώρο και το αγιοκέρι της για να διαβάζει τα λόγια της ακολουθίας. Πριν ακόμη χτυπήσει η καμπάνα με ρωτάει με εκείνη την απλότητα της : “Σήμερα από που θα αρχίσουμε;” “Όπως πάντα από την αρχή” την πειράζω και την αφήνω να φυλλομετρήσει το βιβλίο της.

Ήδη από τα χτες μύρισε Ανάσταση. Σήμερα το πρωί όλα στη Λειτουργία έχουν θρίαμβο. Νίκη της ζωής στο θάνατο. Κονταροχτυπήθηκε το πρόσκαιρο με το αιώνιο, και το αιώνιο έγινε πραγματικότητα και γεγονός αδιαμφησβήτητο. Σε λίγο οι δάφνες σαν τη βροχή θα πέσουν μέσα στην εκκλησιά κι όλα θα μιλάνε για τον αρχηγό της ζωής που δεν κατάφερε να τον κάνει δικό του ο θάνατος. Καλή Ανάσταση!



(Συνεχίζεται)

Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

Μεγαλοβδομαδιάτικο ημερολόγιο (2)


Περνάνε τόσο γρήγορα οι μέρε της μεγαλοβδομάδας. Δεν καταλαβαίνεις πότε ξημέρωσε και ήδη ξεκινάς την ημέρα σου με την πρωϊνή ακολουθία. Είναι που η ματιά κάθε τόσο ξεμακραίνει μια στους λόφους γύρω από το χωρίο, και μια στα καταπράσινα χωράφια. Οι θόρυβοι λίγοι και συγκεκριμένοι. Κελαηδισμοί αμέριμνων πουλιών που ιστορούν μεταξύ τους τα όσα βλέπουν από εκεί ψηλά που πετούν.

Μ΄αρέσουν ετούτα τα πρωινά της μεγαλοβδομάδας στην ενορία μας. Ο καιρός εφέτος σαν τη διάθεση μας· άστατος. Αν και είμαστε στα τέλη του Απρίλη παίζουμε μια με τη ζέστη και μια με το κρύο. Μέρος του σκηνικού όλης ετούτης της δραματουργίας. Της ταιρίαζει της μεγαλοβδομάδας η μουντάδα του ουρανού και οι ψιχάλες της βροχής. Ψήνω τον καφέ μου και κάθομαι μπροστά στο παράθυρο που κοιτάζει στην αυλή της εκκλησίας. Η απόλυτη γαλήνη. Σαν αστραπή περνάνε από μπροστά εικόνες και μνήμες από τα χρόνια που κληρικός έχω περάσει τούτες μέρες σε άλλα μέρη, με άλλους ανθρώπους.

Παντού ένας κοινός παρανομαστής. Τα πρόσωπα που συνθέτουν τον καμβά της κοινοτικής ζωής και της δικής μου διακονίας. Ίσως κάποτε καθήσω να ξαναθυμηθώ και να αποτυπώσω όλες εκείνες τις μνήμες που βίωσα στον κάθε τόπο από τον οποίο πέρασα. Είναι περίργο το συναίσθημα να φτάνεις ξένος σε μια ενορία, να μην ξέρεις κανέναν κι όμως να πρέπει από την πρώτη κι όλας στιγμή να νιώσεις πως είναι τα παιδιά σου κι έχεις την ευθύνη για τις ψυχές τους. Και είναι αλήθεια θαυμαστό πως παντού θα βρεθούν εκείνεις οι ευλογημένες ψυχές που θα σταθούν δίπλα σου με μιας, για να σηκώσουν ίσως περισσότερο κι από εσένα όλο το βάρος της υλοποίησης των καθημερινών θεμάτων που αφορούν την ζωή μιας κοινότητας. Παντού θα υπάρχουν Σίμωνες Κυρηναίοι, όπως και οι Ιούδες...

Χθες βράδυ καθώς διάβαζα τα δώδεκα ευαγγέλια σκεφτόμουν πως αξίζει να ζήσει κανείς έναν ολόκληρο χρόνο μόνο και μόνο γι΄ αυτή τη βραδυά. Οι ευαγγελικές διηγήσεις του Πάθους και της θυσίας, τα τροπάρια , οι μελωδίες, οι φλόγες των κεριών, ο Σταυρός στη μέση της εκκλησίας, τα πρόσωπα σκυμένα πάνω από τα βιβλία να προσπαθούν να κατανοήσουν τις λέξεις και να τις συνδέσουν με τη θυσία. “Σήμερον κρεμάται επί ξύλου” και εσταυρώθεις δι εμέ...”. Τόσο Θεός και τόσο Άνθρωπος να θέλει να με σώσει από τη φθορά και το θάνατο. Νιώθω να με πνίγει ένας λυγμός καθώς σκέφτομαι πόσο μικρός έχω σταθεί μπροστά σε τούτη τη θυσία. Πόσο πολύ αγκάλιασα τη φθορά και ξέχασα το αιώνιο. Ακόμη κι έτσι όμως Εκείνος σε πείσμα κάθε λογικής ανεβαίνει στο σταυρό και αφήνει στην άκρη τα προαπαιτούμενα.

Ξημέρωσε για τα καλά. Σε λίγο θα αρχίσουμε να διαβάζουμε τις Μεγάλες Ώρες και μετά τον Εσπερινό της Αποκαθήλωσης. Γεμάτη η μέρα μας. Το μεσημέρι στο κοιμητήριο θα θυμηθούμε εκείνους που έφυγαν κι εκεί στο εκκλησάκι της Αγίας Κυριακής θα πούμε τα εγκώμια έτσι για να νιώσουμε την παρηγοριά της παρουσίας μέσα από την απουσία. “Η ζωή εν τάφω...”. Κυλάει ο χρόνος και κλείνουν οι κύκλοι της ζωής. Η μνήμη τους κρατάει ζωντανούς. Η μνήμη και η αγάπη. Όσο θα θυμάμαι κανένας δεν θα είναι νεκρός.

Πίνω μια τελευταία γουλιά καφέ κι ακούω στο ραδιόφωνο το στίχο του Νίκου Γκάτσου : Πάντα στον κόσμο θα 'ρχεται Παρασκευή Μεγάλη. Και κάποιος θα σταυρώνεται για να σωθούν οι άλλοι” .

(Συνεχίζεται)

Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Μεγαλοβδομαδιάτικο ημερολόγιο. (1)


Τούτες τις μέρες της μεγαλοβδομάδας έφυγα από την πόλη και πήγα στο μικρό μου διαμέρισμα δίπλα στην εκκλησιά μου. Εκεί όταν πρωτοπήγα πριν πέντε χρόνια ήταν αποθήκη. Με πολύ μεράκι φτιάξαμε ένα μικρό διαμέρισμα κάπου στα 25 τετραγωνικά για τον εφημέριο της ενορίας. Κι έτσι μπορώ να ζω μαζί με τους ενορίτες μου όλες τις ώρες της ημέρας. Η ενορία μου κι αυτή μικρή. Εκατό ψυχές όλες κι όλες. Ίσως και λιγότερες. Αλλά ψυχές ευλογημένες. Άνθρωποι ευγενικοί και γεμάτοι από καλοσύνη και αγάπη. Είναι πλέον κι αυτοί οικογένεια μου. Κάθε φορά που βγαίνω στην ωραία πύλη για να τους ευλογήσω κοιτάζω μέσα στα μάτια τους και νιώθω τα τρυφερά συναισθήματα της δικής τους αγάπης να με αγκαλιάζουν. Την έχω ανάγκη αυτή τους την αγάπη, ίσως πιότερο από οτιδήποτε άλλο.

Η καλύτερη μας στιγμή είναι όταν ξεκινώ να τους μιλάω. Τόλμησα κάποια μέρα να μην μιλήσω γιατί ήμουν κουρασμένος. Νομίζω ήταν σε μια από τις παρακλήσεις της Παναγίας. Ξάφνου τα πρόσωπα τους έγιναν σκυθρωπά. Δεν το ξανάκανα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από το να βρεις γη αγαθή για να οργώσεις και να σπείρεις το Λόγο. Όσα τους λέω είναι μέσα από την καρδιά μου. Κι αυτό πάλι το οφείλω σε αυτούς. Γιατί τα μάτια τους λάμπουν και πολλές φορές κάνουμε διάλογο και το κήρυγμα παύει να είναι η μονοτονία ενός λόγου ξύλινου που μόνο βαρεμάρα μπορεί να προκαλέσει.

Συμπλήρωσα εικοσιδύο χρόνια ιερατικής ζωής. Δεν ήταν όλες οι μέρες εύκολες. Αλλιώς τα περιμένεις κι αλλιώς τα βρίσκεις. Όμως όταν πηγαίνω προς τα πίσω , πάντα οι μεγαλοβδομάδες ήταν οι πιο όμορφες μου στιγμές. Αυτή η καθημερινή πορεία μέσα από τη λειτουργική πράξη που σε οδηγεί βήμα βήμα προς το πάθος του Χριστού, που μόνος σου αποφάσισες να υπηρετήσεις. Κι εκεί αρχίζεις κι αντιλαμβάνεσαι πως όσο ατενίζεις το Νυμφίο τόσο περισσότερο ακουμπάς τα δικά σου πάθη και τις δικές σου πτώσεις. Καταλαβαίνεις πως η συνάντηση μαζί του είναι το ξεγύμνωμα της ψυχής σου. Δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια για ψέματα. Εσύ κι Εκείνος σε στιγμές μοναδικής κοινωνίας του αληθινού μέσα από το υπερβατικό.

Κάθε τέλος Μεγάλης Εβδομάδας, παρά την κούραση σχεδόν πάντα περνάει από τη σκέψη μου μια φράση, κάτι σαν ευχή : “γιατί να μην έχει κι άλλες τόσες μέρες ετούτη η βδομάδα”. Μέσα στη βοή του κόσμου, νιώθεις πως όλοι οι ήχοι σταματάνε το μεγαλοβδόμαδο και το μόνο που ακούς είναι η ψαλμωδία, βγαλμένη μέσα από τα μύχια της ψυχής ανθρώπων που μάτωσαν από τον πόλεμο με τον ίδιο τους τον εαυτό, που όμως κατάφεραν να βγουν νικητές και να μελωδήσουν με τρόπο μοναδικό το Πάθος του Θεού που έγινε Άνθρωπος.  

(Συνεχίζεται)