Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Ιουστίνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Ιουστίνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Ιουλίου 2019

"ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται "



Ήταν δυο απόκληροι της κοινωνίας τους. Πεταμένοι σαν κάτι άχρηστο έξω από τα τείχη της πόλης τους, ζούνε παρέα με τους νεκρούς. Είχαν μέσα τους το κακό. Φυλακισμένοι στο σκοτάδι, παραδομένοι στην απόλυτη απελπισία. Η όψη τους σκορπίζει τον τρόμο. Όλοι στα Γάδαρα τους φοβούνται και φεύγουν μακριά.

Όλοι εκτός από τον Έναν. Εκείνον που είναι ο απόλυτος κυρίαρχος επάνω σε κάθετι σκοτεινό και δαιμονιώδες. Η παρουσία Του γίνεται αντιληπτή από τον "άρχοντα του σκότους" και κάνει αυτό που δεν είχαν κάνει όλοι εκείνοι που τον περίμεναν μέσα στο διάβα των αιώνων σαν τον Μεσσία. "Τί ημίν και σοί, υιέ του Θεού;". Ο διάβολος τρέμει και σπαρταράει μπροστά Του. Ξέρει πως και μόνο μια κουβέντά Του είναι ικανή να τον εξοντώσει, να τον συντρίψει.

Κι αυτό θα κάνει για ακόμη μια φορά. Γι΄ αυτό άλλωστε έγινε άνθρωπος ο Υιός του Θεού. Για να λέει με την απόλυτη βεβαιότητα το "υπάγετε" σε κάθε τι που αλλοιώνει την ελευθερία του ανθρώπου, σε κάθετι που κάνει το πλάσμα Του έρμαιο στα σκοτεινά και δαιδαλώδη μονοπάτια του κακού. Εικόνα του Θεού ο άνθρωπος και σαν τέτοια τον θέλει μέσα στον κόσμο, μέσα στην κτίση. Φως και αλάτι του κόσμου.

Μπορεί για λίγο να φαίνεται πως το κακό είναι δυνατό και έχει τάσεις κυριαρχίας στον κόσμο. Δεν είναι όμως. Είναι αδύναμο και αποτελεί αυταπάτη όλων εκείνων που θα το ήθελαν να γίνει μοναδική επιλογή. Να γίνει ο τρόπος ζωής των ανθρώπων, ώστε να μην χρειάζεται κανένας αγώνας και καμία προσπάθεια καθένας από εμάς να προσπαθεί για το "λίγο" παραπάνω. Αυτό το "λίγο" που μπορεί όμως να αλλάξει έναν κόσμο ολόκληρο ακόμη και την ύστατη στιγμή που όλα μπορεί να δείχνουν πως οδηγείται στην καταστροφή.

Εμείς επιλέγουμε τη ζωή που θέλουμε. Εμείς ανοίγουμε ή κλείνουμε την πόρτα. Εμείς είμαστε εκείνοι που πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά την παρουσία μας στον κόσμο ως το Φως. Μου έρχεται στο μυαλό το βιβλίο του Πάουλο Κοέλιο : "Το εγχειρίδιο του πολεμιστή του φωτός". Το δικό μας εγχειρίδιο είναι το ευαγγέλιο της ανάστασης και της ελπίδας, έτσι όπως γράφτηκε επάνω στο Σταυρό από τον "αδύναμο" Ιησού, "ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται ".

π. Ι.Κ.


Τρίτη 15 Αυγούστου 2017

Προσευχή δεκαπενταυγούστου!



"Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε, Γεθσημανῆ τῷ χωρίῳ, κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα, καὶ σύ, Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα".

Ήρθαμε σήμερα που είναι η μέρα η μεγάλη της Κοίμησης σου Παναγία μου, για να προσκυνήσουμε τη Χάρη σου. Και σαν τους Αποστόλους που έφτασαν εκεί στη Γεθσημανή για να κηδεύσουν το σώμα σου, κι εμείς εδώ μπροστά στο τίμιο και ιερό εικόνισμα σου ήρθαμε να αποτήσουμε φόρο τιμής στη μεγάλη Μάνα μας, η οποία καταφέρνει να συνδέσει τον ουρανό με τη γη , το Θεό με τους ανθρώπους, το αιώνιο με το εφήμερο.

Πόσοι και πόσοι ποιητές και υμνογράφοι, δεν σε ύμνησαν και δεν σε τραγουδησαν με ύμνους περίτεχνους και μονδικούς. Άγιοι και ασκητές, βασιλείς και στραλητές, γνωστοί και άγνωστοι, αμαρτωλοί και δίκαιοι δεν αφιέρωσαν στη χάρη σου θυσαυρούς πολύτιμους μα και δάκρυα βγαλμένα μέσα από τη μετάνοια και την προσευχή.

Και να τώρα κι εμείς εδώ μπροστά στο νεκροκρέβατο σου Παναγιά μου, κοιτάζουμε το ιλαρό πρόσωπο σου και ταξιδεύουμε νοερά στη γη την αγία, που δέχτηκε τα βήματα σου, τους αναστεναγμούς και τα δάκρυα σου. Γονατίζουμε μπροστά σου, από ευλάβεια αλλά και από το βάρος που κουβαλάμε ο καθένας από εμάς μέσα στην ψυχή του. Το βάρος των παθών και των αστοχιών μας. Το βάρος της καθημερινής μας βιωτής σε έναν κόσμο που όλο και περισσότερο χάνει το ύψιστο αγαθό της αγάπης και της ειρήνης.

Ετούτες τις μέρες η γιορτή σου Παναγιά μου έγινε αιτία και αφορμή να έρθουν τα παιδιά σου, τα παιδιά μας, εδώ στον τόπο μας τον μικρό κι ευλογημένο. Φωνές παιδικές, γέλια, παιχνίδια ακούστηκαν παντού και τα πρόσωπα όλων μας λάμπουν γιατί η ζωή μόνο λάμψη και χαμόγελο μπορεί να φέρει. Και σαν ερχόταν το σούρουπο φωνές γλυκές έπιαναν να ψάλλουν τον κανόνα σου τον παρακλητικό. “Δέσποινα καὶ Μήτηρ τοῦ Λυτρωτοῦ, δέξαι παρακλήσεις, ἀναξίων σῶν ἱκετῶν, ἵνα μεσιτεύσῃς, πρὸς τὸν ἐκ σοῦ τεχθέντα· ὦ Δέσποινα τοῦ κόσμου, γενοῦ μεσίτρια”. Και αλήθεια σε ψάλλαμε μέσα από τα τρίσβαθα της καρδιάς μας. Και κάθε μέρα όλο και περισσότερο οι φωνές μελωδικές ανέβαιναν ψηλά στον ουρανό για να σε συναντήσουν και να σου μεταφέρουν την αγωνία μας, τον πόνο μας, τα πάθη μας, τις αστοχίες μας, το σταυρό μας, τις αδυναμίες μας. Κι εκεί που νομίζαμε πως τούτα τα βάρη είναι πιότερα από το κουράγιο μας, ένα αεράκι “ως δρόσος Αερμόν” ερχόταν για να στεγνώσει τα δάκρυα και να δώσει κουράγιο κι απαντοχή για το αύριο.

Και να τώρα εγώ ο ιερέας σου στέκομαι εδώ μπροστά σου για να κλείσω τούτη τη μέρα την πανηγυρική και πανσεβάσμια για να μιλήσω για τα εξαίσια και υπερκόσμια της χάριτος σου. Μα που λόγια ικανά να περιγράψουν το μεγαλείο της δικής σου πανάγιας προσωπικότητας. Λίγος και μικρός για μια τόσο μεγάλη διακονία.

Όμως ικέτης και δεόμενος θα κάνω το λόγο μου, λόγο προσευχιτικό, ικετήριο και παρακλητικό για να σε συνοδεύσω στο ταξίδι που εσύ καθημερινά κάνεις ακούραστα και αγόγγιστα ανάμεσα μας.

Έρχομαι μαζί σου Παναγιά μου, εκεί που η ελπίδα είναι έτοιμη να σβήσει. Στα κρεβάτια των παιδιών σου που η αρρώστεια και ο πόνος τους γονατίζει. Σβήσε τον πυρετό από τα μέτωπα τους και πάρε τον πόνο από τα σώματα τους.

Έρχομαι μαζί σου εκεί στα ανήλιαγα σοκάκια. Εκεί που πουλάνε τον θάνατο για παράδεισο. Έναν τόσο ψεύτικο και τόσο εφήμερο παράδεισο που κάνει παιδιά νέα, να χάνουν τα νειάτα και τη ζωή τους μέσα από τα χέρια τους.

Έρχομαι μαζί σου εκεί που η φωτιά και ο πόλεμος αφήνει πίσω του την καταστροφή, την ορφάνια, την προσφυγιά. Σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια της μάνας, του πατέρα, του παιδιού που θρηνεί βλέποντας το θάνατο να τους ακουμπάει.

Έρχομαι μαζί σου εκεί που το ανθρώπινο σώμα γίνεται αντικείμενο φτηνό. Εκεί που για λίγα χρήματα καταρακώνεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Εκεί που η εκμετάλευση της ανάγκης για επιβίωση οδηγεί ανθρώπινα πρόσωπα να γίνονται σκεύη ηδονής.

Έρχομαι μαζί σου στα χωράφια να συναντήσουμε τον κάμματο των παιδιών σου, που με ιδρώτα πολύ προσπαθούν να αναστήσουν μέσα από τη γη τους καρπούς που θα δώσουν ζωή στον κόσμο.

Έρχομαι μαζί στις φυλακές να παρηγορήσουμε και να δώσουμε κουράγιο σε εκείνα τα παιδιά σου που έχασαν τον προσανατολισμό τους. Σε ακούω που τους μιλάς για το ληστή που πήρε μαζί του στον Παράδεισο ο γιός σου μονάκριβος και ανάβει πάλι μέσα στη ματιά τους η σπίθα της ελπίδας.

Έρχομαι μαζί σου μέσα στα εργαστήρια όπου νύχτα και μέρα ψάχνουν για εκείνα τα μέσα που θα γιατρεύουν και θα απαλήνουν, θα θεραπεύουν τη φθορά και την αρρώστεια.

Έρχομαι μαζί σου να συναντήσουμε όσους έχουν κάνει φίλο τους τη βία και την τρομοκρατία, που στο όνομα κάποιου δικού τους Θεού σκορπίζουν το θάνατο και τον τρόμο. Μίλησε μέσα στις καρδιές τους και φώτισε το σκοτάδι της φανατισμένης τους διάνοιας.

Μη με ρωτάς αν κουράστηκα Παναγιά μου σε τούτο το ταξίδι μέσα στον κόσμο. Όσο θα σε ακολουθώ , η κούραση δεν πρόκειται να αγγίξει το σώμα μου. Αλλά ακόμη κι αν αυτό συμβεί το ξέρω πως θα με πάρεις στην αγκαλιά σου την μητρική για να μπορέσω να συνεχίσω να παρακαλώ και να ικετεύω, να ευχαριστώ και να δοξολογώ.

Ο χρόνος ελάχιστος, ανίκανος να χωρέσει όλα όσα θα θέλαμε σε εσένα την Κυρία των Αγγέλων για να σου πούμε. Τώρα μένει στον καθένα από εμάς σε τούτη την πανίερη στιγμή απλά να σε κοιτάξουμε λίγο πριν φύγεις για να σταθείς δίπλα στον Κύριο μας, για να ζητήσουμε να είσαι η πρέσβειρα και μεσήτρια μπροστά στον δίκαιο Κριτή.

“Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν, μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων, παρακαλῶ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐν τάχει”. ΑΜΗΝ

Κοκκαλού. 15 Αυγούστου 2017





Κυριακή 16 Ιουλίου 2017

Ολοι για ένα χάδι...


Εδώ κι ένα χρόνο έχω έναν όμορφο σκύλο. Τον είπα Αργύρη γιατί τον βρήκα απένανατι από την εκκλησία των αγίων Αναργύρων που είμαι εφημέριος. Ήταν μέσα σε μια λακούβα και γύρω του άλλα τρία νομίζω κουτάβια που ήταν τα αδέρφια του. Εμείς δίπλα στης Μένης πίναμε καφέ. Τα κοίταξα ώρα πολύ και σχεδόν ήμουν σίγουρος πως ένα από τα κατούβια θα το έβαζα στη στενότερη οικογένεια μου. Πήγα κοντά. Με ακολούθησε κι ο Θέμης. Κατάλαβε πως ήμουν έτοιμος να διαλέξω. “Αρσενικό να πάρεις” άκουσα τη φωνή του. Χαμογέλασα, μάλλον γιατί δεν κατάλαβα ποια θα ήταν η διαφορά. Με μια γρήγορη κίνηση ο Θέμης μου έδειξε τον Αργύρη. Έγινε του λέω. Αυτό θα πάρω.

Δεν ζω στο χωριό. Έρχομαι μόνο τα σαββατοκύριακα. Όλη την υπόλοιπη εβδομάδα είμαι στη Θεσσαλονίκη. Ο Αργυράκος ήταν η παρέα μου τα βράδυα του Σαββάτου που πήγαινα στο μικρό μου διαμέρισμα μετά τον εσπερινό και την συνάντηση μελέτης με τους ενορίτες μου. Η παρουσία του ήταν μια απίστευτη εμπειρία. Πολλές φορές σκεφτόμουν αν εγώ νιώθω έτσι για ένα τετράποδο πλάσμα πόσο γεμάτοι θα νιώθουν όσοι μεγαλώνουν τα παιδιά τους και τα βλέπουν να μεγαλώνουν.

Ένα χρόνο μετά ο Αργύρης έχει γίνει γίγαντας. Τρέχει, παίζει, γαυγίζει και τελευταίως ερωτεύεται. Ακριβώς. Έφτασε πριν λίγους μήνες στο χωριό η “ελαφίνα”. Έτσι την είπαν τα κορίτσια του χωριού. Μικροκαμωμένη, με γαλανά ματάκια, και μυτούλα ροζ. Μοντέλο. Φοβισμένη πολύ τον πρώτο καιρό. Κανείς δεν ήξερε πως έφτασε μέχρι εδώ. Μάλλον κάποιος που την βαρέθηκε στην πόλη μας την άφησε. Δεν πειράζει. Εδώ είναι λιμάνι. Αγκαλιά. Η χαρά του Θεού. Μια ζωγραφιά του Παραδείσου.

Κι ο Αργυράκος έπεσε στα δίχτυα της μικράς. Τον έχασα από την αυλή. Νύχτα μέρα απο πίσω της. Κι εκείνη ο απόλυτος κυριάρχος του παιχνιδιού. Κάθε φορά που τον έβλεπα να έρχεται ίσα ίσα για να φάει και να ξεκουραστεί σκεφτόμουν πως τελικά όλοι οι νέοι είναι ίδιοι. Μπροστά στον έρωτα τίποτα δεν τους νοιάζει.

Χθες βράδυ μάλλον το αγόρι ήταν πολύ κουρασμένο. Από νωρίς ήρθε και ξάπλωσε μπροστά από την πόρτα. Είχε αρχίσει να βρέχει κι απολάμβανα τον ήχο της βροχής σε απόλυτη αρμονία με τη σιωπή της νύχτας. Ο Αργυράκος εκεί δίπλα στα πόδια μου αναστέναζε. Ποιος ξέρει. Ίσως να ονειρευόταν την καλή του. Ίσως και κάτι άλλο. Έκσυψα κι άρχισα να τον χαϊδεύω ενώ ταυτόχρονα τον πείραζα. Συνέλαβα τον εαυτό μου να του μιλάω όπως ίσως θα μιλούσα στο γιο μου για το πρώτο του κορίτσι. Νομίζω περισσότερο τον πείραζα. Ο Αργυράκος δεν έλεγε να κουνηθεί από τη θέση του. Απολάμβανε το χάδι, την αγάπη ακόμη και το δούλεμα. Ξάφνικα ένιωσα πως όλα τα πλάσματα του Θεού πεθαίνουμε για ένα χάδι. Για ένα χέρι που θα απλώσει πάνω μας όλη εκείνη την ενέργεια που θα κάνει το σώμα μας να ανατριχιάσει.

Καθήσαμε έτσι ώρα πολύ. Ο Αργύρης κοιμόταν ακούγοντας τη βροχή, νιώθοντας το χάδι μου, και βλέποντας στο όνειρο του την “ελαφίνα” να του χαμογελάει. Κι εγώ ήμουν χαρούμενος που ο Θεός μου χαρίζει τόσες, μα τόσες ευλογίες, εδώ στη δική μου ζωγραφιά του Παραδείσου!


Σάββατο 8 Απριλίου 2017

Ο φίλος


Κύριε, ο φίλος σου ο Λάζαρος είναι νεκρός...

Το πρόσωπο του Ιησού ξάφνου άλλαξε. Μια γαλήνια θλίψη απλώθηκε και τα μάτια βούρκωσαν στο άκουσμα της είδησης.

Είχαν φτάσει στη Βηθανία και οι δυο αδερφές του φίλου του, η Μάρθα και η Μαρία δεν μπορούσαν να σταματήσουν το θρήνο. Κύριε γιατί άργησες να έρθεις και δεν πρόλαβες τον αγαπημένο μας αδερφό;

Τις κράτησε για ώρα πολύ στην αγκαλιά του και τις έλεγε λόγια παρηγορίας. Δεν πέθανε αλλά κοιμάται, όπως και οι άλλοι που γύρισαν από το θάνατο στη ζωή.

Έχουν περάσει τέσσερις μέρες. Ήδη θα έχει αρχίσει να μυρίζει ακούει ο Κύριος να ψυθιρίζουν όσοι είναι κοντά στον τάφο του φίλου του. Μα εκείνος τώρα ατάραχος και γαλήνιος στέκει εκεί μπροστά με τα μάτια καρφωμένα στον ουρανό, σε έναν σιωπηλό διάλογο με τον Πατέρα.

“Λάζαρε βγες έξω” ακούγεται η φωνή του Ιησού από τη Ναζαρέτ. Φωνή Κυρίου επάνω στο θάνατο και τη φθορά. Δεν σταματά το Θεό ούτε κι αυτός ακόμη ο θάνατος.

Και να ο Λάζαρος δίπλα στο φίλο και στις αδερφές του κλαίει με δάκρυα χαράς κι ευγνωμοσύνης. Ιησού μου, φίλε αγαπημένε τι άλλο θαυμαστό άραγε έχεις να μας δείξεις;


Κι ο Κύριος εσιώπα...


Σάββατο 4 Μαρτίου 2017

Πέντε χρόνια μετά.



Σαν χθες ήταν όταν πριν πέντε χρόνια ήρθα για πρώτη φορά σε τούτο το χωριό, την Κοκκαλού. Έφτασα Παρασκευή απόγευμα για τους πρώτους Χαιρετισμούς στην Παναγία. Κουρασμένος και απογοητευμένος από την εκκλησιαστική πραγματικότητα την οποία είχα βιώσει τον τελευταίο καιρό. Αντιμέτωπος με την μικροψυχία και τον ρεβανσισμό κάποιων που πίστεψαν και ίσως ακόμη πιστεύουν πως η Εκκλησία είναι το τσιφλίκι τους κι αυτοί οι τσιφλικάδες. Ευτυχώς “ζει Κύριος ο Θεός” και ποτέ κανένας που αφήνει τη ζωή του στα χέρια Του δεν πρόκειται ποτέ να χαθεί. Μπορεί για λίγο να νομίζεις πως φτάνεις στα όρια της πίστης σου , ή ίσως ακόμη και της βιολογικής σου ύπαρξης, αλλά ακριβώς τη στιγμή που όλα είναι στο παρά ένα, έρχεται εκείνο το απαλό αεράκι της χάριτος Του και παίρνει μακριά την απελπισία και την θλίψη.

Μετά την δοκιμασία ο Θεός μου έκανε ίσως το μεγαλύτερο δώρο. Ετούτη την ενορία των Αγίων Αναργύρων. Ένα μικρό χωριό του νομού Θεσσαλονίκης, δίπλα στη λίμνη Βόλβη και κοντά στην Απολλωνία εκεί απ΄ όπου πέρασε και μίλησε ο απόστολος Παύλος. Πρέπει να είμαι ο τελευταίος διορισμός του μακαριστού Μητροπολίτη Ιερισσού Νικοδήμου, αφού λίγους μήνες αργότερα ο Θεός τον πήρε κοντά Του. Ας αναπαύεται η ψυχή του εκεί δίπλα στο ουράνιο θυσιαστήριο. Εκείνο το απόγευμα καθώς οδηγούσα από τη Θεσσαλονίκη για να έρθω στη νέα μου ενορία, σκεφτόμουν χιλιάδες πράγματα. Τα πρώτα χρόνια της διακονίας μέσα στην Εκκλησία όταν το 1995 χειροτονήθηκα στο Βόλο από τον τότε Μητροπολίτη Δημητριάδος Χριστόδουλο και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, την πρώτη μου ενορία των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στη Νέα Ιωνία , μετά την Παναγία Φανερωμένη του Χολαργού, τον Τίμιο Σταυρό του Βορειοδυτικού Λονδίνου, αλλά και τον Άγιο Νικόλαο στην Νέα Πέραμο. Δεν θυμάμαι πουθενά να μην έδωσα την ψυχή μου. Κάθε μια από αυτές τις ενορίες έχουν κομμάτι της καρδιάς μου. Αγάπησα τους ανθρώπους και δεν το κρύβω πως αγαπήθηκα σκανδαλωδώς κι από εκείνους σε βαθμό που μέχρι σήμερα μετά από χρόνια όταν επικοινωνούμε δεν μπορούμε να κρύψουμε τα συναισθήματα και τη συγκίνηση μας.

Στην Αγίους Αναργύρους όμως μπήκα κουρασμένος και αποκαμωμένος. Ακόμη τώρα θυμάμαι το βλέμμα της μητέρας μου, όταν της είπα πως αυτή τη φορά δεν πρόκειται να κάνω τίποτα σε αυτή την ενορία. Τα απολύτως απαραίτητα. Δεν άντεχα άλλο πόλεμο από κανέναν. Εκείνη δεν μίλησε. Με αγκάλιασε και με φίλησε όπως έκανε πάντα. Είμαι σίγουρος πως δεν πίστεψε κουβέντα από όσα είπα. Κι έτσι ξεκίνησα εκείνη την πρώτη Παρασκευή του Μάρτη να λέω τους Χαιρετισμούς μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας μας στο μικρό χωριό της Κοκκαλούς. Κοίταζα μέσα στα μάτια της κι ένιωθα από παντού να έρχεται μια αύρα γεμάτη ζεστασιά. Λίγο πριν το τέλος στο κήρυγμα κοίταξα για πρώτη φορά τα πρόσωπα όλως εκείνων που τώρα ήταν τα παιδιά μου. Πρόσωπα καθαρά, μάτια ζωηρά. Είδα μια αρχοντιά και μια ευγένια που μάλλον δεν την περίμενα. Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν περίμενα πως σε τούτο το μικρό χωριό ο Θεός θα μου χάριζε τόσες πολλές ευλογίες χωρίς να τις αξίζω. Κάθε φορά που έφτανα στο χωριό όλο και περισσότερο ένιωθα πως αυτές εδώ οι ψυχές ήρθαν στη ζωή μου για να ανάψει και πάλι η φλόγα της ιερατικής διακονίας που πήγε προς στιγμήν να σβήσει. Η διάκριση τους ήταν τέτοια που ούτε μια φορά δεν με ρώτησαν πως και βρέθηκα παπάς στο χωριό τους. Κι όμως αυτή τους η στάση ήταν το βάλσαμο που επούλωσε τις πληγές μου. Κι έτσι πέντε χρόνια μετά νιώθω πως εδώ σε τούτη τη μικρή γωνιά του Παραδείσου, μια χούφτα ψυχές ευλογημένες κι ένας παπάς αμαρτωλός γινόμαστε Κοινωνία, Οικογένεια, Ευχαριστιακή σύναξη και απολαμβάνουμε μύριες τόσες χαρές κι ευλογίες από το Θεό. Και είναι στη συντροφιά μας οι Άγιοι Ανάργυροι και η Αγία Κυριακή που στέκουν φρουροί άγρυπνοι.

Σε ευχαριστώ Κύριε!




Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2017

Συγγνώμη (Κυριακή της Τυροφάγου)



Η μεγάλη Σαρακοστή είναι η απελευθέρωσή μας από τη σκλαβιά της αμαρτίας, από τη φυλακή του "κόσμου τούτου". Και το ευαγγελικό  ανάγνωσμα αυτής της Κυριακής (Μτθ. 6, 14-21) θέτει τους όρους για μια τέτοια απελευθέρωση. 

Πρώτος όρος είναι η νηστεία - η άρνηση δηλ. να δεχτούμε τις επυθυμίες και τις ανάγκες της "πεπτωκυίας" φύσης μας σαν ομαλές , η προσπάθεια μας να ελευθερωθούμε από τη δικτακτορία της σάρκας και της ύλης πάνω στο πνεύμα. Για να είναι αποτελεσματική η νηστεία μας δεν πρέπει να είναι υποκριτική, δηλ. "προς το θεαθήναι". Να μη φαινόμαστε "τοις ανθρώποις νηστεύοντες", αλλά "τω Πατρί ημών εν τω κρυπτώ". 

Δεύτερος όρος είναι η συγγνώμη. "Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο Πατήρ υμών ο ουράνιος". (Μτθ. 6,14). Ο θρίαμβος της αμαρτίας, το κύριο σημάδι της πάνω στον κόσμο, είναι η διαίρεση, η αντίθεση, ο χωρισμός, το μίσος. Έτσι το πρώτο σπάσιμο σε αυτό το φφρούριο της αμαρτίας είναι η συγχωρητικότητα : η επιστροφή στην ενότητα, στην σύμπνοια, στην αγάπη. Το να συγχωρήσω κάποιον σημαίνει να βάζω ανάμεσα σε εμένα και στον "εχθρό" μου την ακτινοβόλα συγχώρεση του ίδιου του Θεού. Το να συγχωρήσω είναι να αγνοήσω το απελπιστικό αδιέξοδο στις ανθρώπινες σχέσεις και να το αναφέρω στο Χριστό. Συγώρεση πραγματικά είναι ένα πέρασμα τηε Βασιλείας του Θεού μέσα στον αμαρτωλό και "πεπτωκότα" κόσμο. 

Alexander Schmemann
"Μεγάλη Σαρακοστή" - Πορεία προς το Πάσχα  
Ακρίτας 1995 

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2017

Yalan Dunya






https://www.youtube.com/watch?v=ruwIaHpRaOI

Άκου τον ήχο από το κλαρίνο που κλαίει. Κλαίει και μιλάει με τον Ουρανό. Μιλάει ο Θεός μέσα από το παράπονο των ήχων. Το ούτι από κοντά γιατί δεν θλελει να χάσει ούτε μια νότα από αυτή την προσευχή. Αχ Θεέ μου ρίξε κι άλλο βάλσαμό στο πόνο μας. Γιάτρεψε μας τις ανοιχτές πληγές που στάζουν αίμα. Γιατί μας έκανες σαν εσένα αφού ήξρες πως εμείς δεν έχουμε τη δική σου δύναμη; Κάθε στάλα πόνου καίει την ψυχούλα μας. Το ξέρω είσαι πάνω εκεί και μας βλέπεις που πονάμε και υπόσχεσαι την Ανάσταση. Αργεί Θεέ μου; Νομίζεις πως αντέχουν ακόμη πολύ οι ώμοι μας;

Ετούτη η μουσική είναι η λαλιά η δική Σου. Λαλιά παραπονιάρικη κι ανατολίτικη. Δρόμοι αλλίωτικοι που σε πάνε σε μέρη που κανείς άλλος δεν γνωρίζει παρά μόνο η δική σου απεραντοσύνη. Θεέ μου συνέχισε να μιλάς μέσα από τους ήχους και τα χρώματα. Κλάψε κι εσύ μαζί μας. Γίνε ένα με τον πόνο μας για όλα εκείνα που μας κομματιάζουν, που μας κάνουν να μην ξέρουμε αν το μονοπάτι που ακολουθούμε είναι το σωστό. Όχι μην μας πεις τίποτα για το σωστό και το λάθος. Μόνο κλάψε μαζί μας. Γίνε ο φίλος που ξέρει να αγκαλιάζει και να πονάει...Αυτό...Μόνο αυτό...Τίποτε άλλο Θεέ μου!


Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

Εγώ ο Άσωτος



Με λένε Άσωτο. Τουλάχιστον έτσι έχω μείνει στην Ιστορία. Γεννήθηκα ένα πρωινό από τα χείλη ενός δασκάλου στην Παλαιστίνη. Ιησού τον ελέγανε και δίδασκε το Λόγο του Θεού. Όμως το έκανε με έναν τρόπο αλλιώτικο από όλους τους άλλους που κι εκείνοι ήξεραν το Λόγο του Θεού, αλλά τον δίδασκαν ή καλύτερα τον επέβαλαν ως Νόμο. Αυτός ο Ιησούς που ήταν γιος του Ιωσήφ και της Μαρίας έλεγε κάθε φορά που μιλούσε κάτι μικρές ιστορίες, κάτι σαν τα παραμύθια ή τους μύθους. Τις ιστορίες αυτές που τις λέγανε και παραβολές, μπορούσε να τις καταλάβει κι ο πιο απλός άνθρωπος.

Εγώ λοιπόν ο μικρότερος γιος ενός άρχοντα πήρα μια μέρα την απόφαση να φύγω από το σπίτι του πατέρα μου. Πήγα και του ζήτησα να μου δώσει εκείνο το κομμάτι από την περιούσια που ήταν δικό μου. Ο πατέρας μου δεν αρνήθηκε να κάνει αυτό που του ζήτησα. Ο δικός μου ο πατέρας ήταν διαφορετικός κάθε φορά που αυτός ο Ιησούς τον περιέγραφε. Δεν τιμωρούσε, αλλά αγαπούσε. Δεν φυλάκιζε, αλλά ελευθέρωνε. Έτσι πήρα όλα όσα ήταν τώρα δικά μου κι έφυγα για τόπο μακρινό.

Για πολύ καιρό ένιωθα πως ζούσα ένα όνειρο. Έκανα όλα όσα ήθελα χωρίς να χρειάζεται να δώσω λόγο σε κανέναν. Ξόδευα, αλλά και ξοδευόμουν. Το δεύτερο το κατάλαβα πολύ αργότερα. Το πρώτο σχετικά σύντομα, αφού η έλλειψη μέτρου με οδήγησε στην απόλυτη φτώχεια. Το αρχοντόπουλο έγινε χοιροβοσκός. Βέβαια πριν συμβεί αυτό χτύπησα πολλές από τις πόρτες των “φίλων” με τους οποίους είχα περάσει μέρες και νύχτες ξοδεύοντας τα χρήματα μου. Τότε που όλοι με κοίταζαν με θαυμασμό και έβρισκαν επάνω μου όλα τα καλά του κόσμου. Τότε. Τώρα όμως δεν ήμουν πια χρήσιμος κι έτσι η μια πόρτα έκλεινε μετά την άλλη.

Ένα πρωινό εκεί που καθόμουν και χάζευα το κοπάδι των χοίρων που έτρωγαν βουλιμικά τα χαρούπια που τους είχα δώσει, σκέφτηκα πως ετούτα τα πλάσματα έχουν τουλάχιστον τα χαρούπια για να χορτάσουν την πείνα τους. Εγώ ούτε καν χαρούπια. Θυμήθηκα τον πατέρα μου, το σπίτι, την ασφάλεια, τη θαλπωρή. Μέσα μου άρχισαν να πολεμάνε δύο σκέψεις. Δέξου την αποτυχία της επιλογής σου και γύρνα πίσω ζητώντας συγγνώμη από τον πατέρα σου κάνοντας μια νέα αρχή και η άλλη μείνε πίσω και μην νικηθείς από το αίσθημα της ήττας. Μέρες και νύχτες πάλευαν οι δυο κόσμοι. Η ταπείνωση μαζί με τη μετάνοια από τη μία και από την άλλη ο εγωισμός και η αυταρέσκεια.

Όταν πιάνεις πάτο δεν έχεις άλλη επιλογή από το να αρχίσεις να ανεβαίνεις προς τα πάνω. Κι εγώ ήμουν στον πάτο κι έπρεπε να αναδυθώ. Ξεκίνησα για το σπίτι του πατέρα μου. Είχα φύγει άρχοντας και επέστρεφα ζητιάνος. Περπάταγα κι έκλαιγα. Όχι δεν έκλαιγα γιατί ήμουν ξυπόλυτος και κουρελής. Αλλά αλήθεια μη με ρωτάτε γιατί έκλαιγα. Δεν ξέρω να σας πω. Ήταν αυτά τα δάκρυα που πέφτουν σαν την φθινοπωρινή βροχή που έρχεται για να ποτίσει την ξερή γη του καλοκαιριού. Πέφτουν οι σταγόνες και η γη αναπνέει.

Σχεδόν είχα φτάσει. Έβλεπα το σπίτι που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Είχα ετοιμάσει και όλα εκείνα που θα έλεγα στον πατέρα μου μόλις τον αντίκριζα : “Πατέρα δεν είμαι άξιος για να λέγομαι γιος σου. Πάρε με στη δούλεψη σου σαν έναν από τους εργάτες σου”. Πριν ακόμη προλάβω να τελειώσω τις σκέψεις μου, είδα να έρχεται σχεδόν τρέχοντας κατά πάνω μου ο πατέρας. Είχα καιρό να τον δω. Ήμουν στην αγκαλιά του και κλαίγαμε και οι δυο εκεί στη μέση του δρόμου. Τώρα ήξερα γιατί κλαίω. Ήταν τα δάκρυα της χαράς και της λύτρωσης. Πήγα να ψελλίσω τα λόγια της μετάνοιας μου που είχα ετοιμάσει, αλλά δεν πρόλαβα. Ήδη ήμουν πάλι το αρχοντόπουλο. Στολή, υποδήματα, δαχτυλίδι. “Ο γιος μου ήταν νεκρός και αναστήθηκε” φώναζε μέσα από τα κατάβαθα της ψυχής του ο πατέρας σε όποιον έβλεπε μπροστά του.

Κι άρχισε εκείνη την ημέρα το δείπνο της ευχαριστίας με το μόσχο το σιτευτό να θυσιάζεται για την επιστροφή του χαμένου προβάτου. Για την επιστροφή τη δική μου. Όμως πίστεψε με και τη δική σου. Ο Ιησούς δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα εύκολος ούτε καν σε αυτές τις τόσο απλές ιστορίες. Βλέπεις δεν έφτανε μόνο η δική μου επιστροφή και η άπειρη πατρική αγάπη. Χρειαζόταν κι ένας μεγάλος αδερφός που ήταν πάντα τύπος και υπογραμμός, αλλά και συνάμα μονοκόμματος και σκληρός. Εγώ δεν θα σας πως για τον αδερφό που δεν χάρηκε με την επιστροφή μου. Και δεν θα σας το πως γιατί ξέρω πως κι εκείνος χάρηκε, αλλά η ανθρώπινη αδυναμία της στιγμής δεν τον άφησε να το δείξει. Πάντα κάπως έτσι είναι μέσα σε μια οικογένεια. Μέσα σε ένα σπιτικό. Μέσα σε μια Κοινότητα. Το σημαντικό στην ιστορία μας είναι πως η πόρτα και η αγκαλιά ήταν ανοιχτές.

Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω...





Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

"Ευλογείτε, πάχναι και χιόνες τον Κύριον"


Αυτή η αίσθηση του πρωϊνού ξυπνήματος έχει μια γλύκα αλλιώτικη. Παντού ησυχία και ίσως το μόνο που την διακόπτει να είναι το ξυπνητήρι του διπλανού διαμμερίσματος στις 6 ακριβώς. Μια φευγαλέα ματιά στο tablet, και αμέσως μετά στην κουζίνα για τον καφέ. Διπλό ελληνικό μέτριο.

Το σημερινό πρωϊνό είναι ακόμη πιο όμορφο. Έξω όλα σκεπασμένα από το χιόνι. Λευκή σιωπή. Εδώ και μερικές μέρες παγωνιά και χθες άρχισαν οι χιονονιφάδες να πέφτουν πυκνές, μέχρι που τα σκέπασαν όλα. Αυτοκίνητα, δρόμους, μπαλκόνια, πάρκα. Το απόγευμα βγήκα να ζήσω το δρώμενο εκεί στους δρόμους της γειτονιάς μου. Το χιόνι ακόμη μαλακό, το άκουγα να τρίζει απαλά κάτω από τις μπότες μου. Κάτω από το σπίτι η Χαρά με το κοριτσάκι της έφτιαχναν το δικό τους χιονάνθρωπο. Η φατσούλα της μικρής γεμάτη από τη χαρά του πρωτόγνωρου.

Παρακάτω στο πάρκο γέλια και φωνές από κορίτσια κι αγόρια που έπαιζαν χιονοπόλεμο. Κάθησα και χάζευα. Ήταν τόσο όμορφο αυτό το θέαμα της ανεμελιάς. Κανείς δεν σκεφτόταν πως ίσως αύριο όλο ετούτο το σκηνικό να είναι πιο δύσκολο με παγωμένο το χιόνι και την αδυναμία των αυτοκινήτων, ίσως και τη δική μας να μετακινηθούμε. Αλλά τι σημασία έχει. Το τώρα είναι το σημαντικό. Τα γέλια των αγοριών και των κοριτσιών, το πρωτόγνωρο της μικρής κόρης της Χαράς και η λευκή βραδυά που σιγά σιγά θα ερχόταν να ξαπλωθεί πάνω από την πόλη μας, τη Θεσσαλονίκη.

Γύρισα σπίτι. Κοίταξα στον καθρέφτη καθώς έβγαζα το πανοφώρι και το μάλλινο σκούφο μου. Τα γένια μου λευκά από τα χιόνια που είχαν καθήσει επάνω. Μου άρεσε ετούτη η εικόνα. Θυμήθηκα κάτι παλιές ταινίες με εκείνους τους οδοιπόρους μέσα στα χιόνια. Άνοιξα την τηλεόραση να δω τί γίνεται στον κόσμο. Παντού σχεδόν το ίδιο σκηνικό. Το χιόνι ήρθε και συνάντησε ακόμη και τα πιο απίθανα μέρη. Παραλίες και νησιά που χρόνια είχαν να δούνε κάτι παρόμοιο. Εικόνες από τους καταυλισμούς των προσφύγων στη Λέσβο. Εκεί δεν χαμογελάς. Εκεί σκέφτεσαι. Αναρωτιέσαι. Προσπαθείς να βρεις τη δική σου ευθύνη σε ετούτες τις εικόνες των μικρών παιδιών που ψάχνουν να βρουν μια ζεστή γωνιά. Δύσκολα βρίσκεις απάντηση...

Σε λίγο θα αρχίσει να ξημερώνει. Περιμένω να ξυπνήσει ο φίλος κι αδερφός που ζει στην άλλη άκρη της Ευρώπης για το πρωϊνό μας κουβεντλόϊ στο skype. Μεγάλη ανακάλυψη. Απαλύνει τον πόνο της απόστασης. Βλέπεις το πρόσωπο, ακούς τη φωνή και ξεχνάς πως έχει περάσει πάνω από χρόνο που έχεις να τον δεις από κοντά. Θα πούμε για τα όσα συμβαίνουν στις ζωές μας, στους τόπους μας, στην καθημερινότητα μας και θα συνεχίσουμε να ζούμε το τώρα, ελπίζοντας πως ο Θεός θα μας χαρίσει και το αύριο.

Κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Ακόμη σιωπή. Τα χείλη μου αρχίζουν να σιγοψάλλουν : “Ευλογείτε, πάχναι και χιόνες, αστραπαί και νεφέλαι τον Κύριον”.

Καλημέρα όμορφε, λευκέ κόσμε!


Δευτέρα 15 Αυγούστου 2016

Ημερολόγιο δεκαπενταυγούστου vol. 4



Μια τελευταία προσευχή!

Ταπεινοί προσκυνητές ήρθαμε κι εφέτος Παναγιά μου, εδώ μπροστά στο νεκροκρέβατο σου μαζί με τους αποστόλους που από τα πέρατα της γης , έμαθαν το μαντάτο κι έφτασαν για σου αποδώσουν την τιμή που πρέπει στη μάνα του Κύρη και δασκάλου τους.

Κοιτάζω το σκαμένο από τις ρυτίδες πρόσωπο σου, έτσι όπως κοιμάσαι. Γαλήνη απλώνεται παντού. Τίποτε δεν προδίδει τον πόνο και την αγωνία της μάνας που είδε τον μονάκριβό της να πεθαίνει πάνω στο Σταυρό. Το ήξερες εκείνο το πρωινό που ο άγγελος ήρθε να σου φέρει μήνυμα Θεού, πως θα γίνεις γιοφύρι που θα κατεβάσει το Θεό στη και θα μεταμορφώσει τη γη σε Παράδεισο. Δεν φοβήθηκες. Έσκυψες το κεφάλι ταπεινά και ψυθίρισες : “ιδού η δούλη Κυρίου. Ας γίνει το θέλημα Σου Θεέ μου”.

Όλα στη ζωή σου θαύμα. Θαύμα στην Κανά, θαύμα Ναϊν, θαύμα στα Γάδαρα, θαύμα στην Καπερναούμ, θαύμα στα Ιεροσόλυμα. Κι εσύ κρυφό καμάρι που το παιδί σου γιατρεύει τους λεπρούς, δίνει το φως στους τυφλούς κι ανασταίνει τους νεκρούς. Τον κοιτάς και τα μάτια σου λάμπουν από αγάπη και από πίστη στον Υίο του Θεού, στον Ιησού τον Σωτήρα Χριστό το Λυτρωτή του κόσμου.

Να τος ήρθε. Είναι κι ο Κύριος μαζί μας τώρα εδώ δίπλα στο νεκρικό σου το κρεβάτι. Ήρθε για να πάρει στην αγκαλιά του την ψυχούλα σου για να την πάει εκεί που βρίσκεται κι ο ίδιος στα δεξιά του Πατέρα του. Τώρα πια θα είστε μαζί. Δεν θα αποχωρηστείς ποτέ ξανά το μοναχογιό σου. Και θα είσαι πάντα εκεί δίπλα του για να γίνεις το στόμα το δικό μας, η παράκληση και η παραμυθία, η ικέτιδα και η μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανούς.

Αχ Παναγίτσα μου... Στάσου λίγο ακόμη πριν φύγεις για τους ουρανούς. Έλα να περάσουμε από εκεί που ο πόνος είναι δυσβάσταχτος. Έλα να δώσεις κουράγιο στις μάνες και στους πατεράδες που στέκονται ανύμποροι να κάνουν οτιδήποτε πάνω από τα προσκέφαλα των άρρωστων παιδιών τους. Έλα να πάμε εκεί που η φωτιά κι ο πόλεμος σπέρνει το θάνατο και θάβει τη ζωή. Έλα να περπατήσουμε αντάμα στα ανήλιαγα σοκάκια της απελπισίας και να πάρεις από τις καρδιές των παιδιών σου τη θλίψη και τους ψεύτικους θεούς που αντί του παραδείσου χαρίζουν την κόλαση της εξάρτησης. Στάσου δίπλα στους νέους, σε όλους εκείνους που είναι ελπίδα για έναν κόσμο καλύτερο από το δικό μας. Μην αφήσεις καμιά κρίση να νικήσει την αισιοδοξία της νεότητας τους. Χάρισε τους όνειρα. Κάποτε θα περάσει και η κρίση. Άλλωστε ανθρώπινο δημίουργημα είναι κι αυτή. Δημιούργημα του πολιτισμού που δεν μπορεί να ξεφύγει από το “εγώ” και να συμπλεύσει με το “εμείς”.

Μην ξεχάσεις να περάσεις κι από τους γέροντες μας. Αυτούς που τώρα πια τα πόδια και τα χέρια στέκουν βαριά, ανύμπορα να κρατήσουν το βάρος των χρόνων. Κάνε τους να νιώσουν τα γηρατειά ευλογία κι όχι κατάρα και κατάντια. Και τα παιδιά τους που υπομένουν και σηκώνουν το σταυρό χάρισε τους δύναμη. Αυτό είναι η οικογένεια. Η μεγάλη αγκαλιά που χωράει τόση χαρά, όση και λύπη.

Έλα τώρα να πάμε πάνω από τα γαλάζια κύματα του Αιγαίου. Να ψάξουμε και να βρούμε τα κορμιά όλων εκείνων που πάλεψαν για ένα καλύτερο αύριο, αλλά έχασαν τη μάχη. Παρηγόρησε τη μάνα τη μαντηλοφορεμένη που τον Θεό Αλλάχ τον λέει, πονάει όμως το ίδιο πολύ όπως η κάθε μάνα.

Παναγιά μου, αλλιώτικη είναι η ζωή κοντά σου, μέσα στην αγκαλιά σου. Έχω παρηγοριά και δύναμη το κάθε κύμα να δαμάσω. Δεν τη φοβάμαι τη φουρτούνα, δεν τη φοβάμαι τη φωτιά. Είσαι εσύ και το λιμάνι και η ασφάλεια των εις σε ελπιζόντων. Ακόμη κι εκείνες τις στιγμές που το χωμάτινο κορμί αρχίζει να βαραίνει, εσύ μάνα στοργική, μέσα στην αγκάλη σου με κρύβεις, με ασφαλίζεις. Η ανάσα σου μετάγγιση ζωής κι ελπίδας, το βλέμμα σου βάλσαμο στις πληγές, το άγγιγμα σου πρόγευση του Παραδείσου.

Φεύγεις, αλλά και μένεις. Πας με το μονάκριβο, αλλά μένεις και μαζί μας. Έτσι ήσουν πάντα. Μάνα του Θεού και μάνα των ανθρώπων. Ένα σώμα φτιαγμένο για να είναι γεφύρι που θα ενώνει το πρόσκαιρο με το αιώνιο. Η πρέσβειρα μας δίπλα στο θρόνο του Θεού, που θα στέκεται ως πάντων θλιβομένων η χαρά.

Σε ευχαριστώ Παναγία μου, που στάθηκες λίγο πριν το ταξίδι σου να ακούσεις τη δέηση μου, την ικεσία και την προσευχή μου. Τη δική μου, κι όλων όσων τώρα στεκόμαστε σε κάθε τόπο ετούτου του πλανήτη και τραγουδάμε με σκοπούς ιερούς, και ψαλμούς γραμμένους με τα δάκρυα και το αίμα της καρδιάς μας για τη μάνα μας , την Κυρά την Παναγιά. Την Παναγιά τη Σουμελά, την Παναγιά τη Βλαχέρνα, την Παναγιά τη Μπαλουκλίωτισσα, την Παναγιά τη Σεντνάγια στη Συρία και την την Παναγιά της Λούρδης στη Γαλλία, αλλά κι εκείνη την Παναγιά που την είπανε του Χάρου.

“Και σε μεσίτριαν έχω προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, μη μου ελέξη τα πράξεις ενώπιον των αγγέλων, παρακαλώ σε Παρθένε, βοήθησον μοι εν τάχοι”.

π. Ι.Κ.

Σάββατο 6 Αυγούστου 2016

Ημερολόγιο δεκαπενταυγούστου vol.3


“Η αγάπη έξω βάλει τον φόβο” (Α΄Ιω. 4,19)

Ο φόβος, συναίσθημα βασικό του κάθε ανθρώπου. Κάθε τι που μου είναι άγνωστο το φοβάμαι. Φοβάμαι τη φωτιά, το σεισμό, τα ατυχήματα. Πιότερο από όλα όμως φοβάμαι τον θάνατο. Η ιδέα και μόνο πως κάποια στιγμή θα πάψω να υπάρχω με κάνει να τρέμω και να ψάχνω τρόπους για να διασκεδάσω το φόβο μου.

Κι έρχεται ο ευαγγελιστής της αγάπης, ο Ιωάννης για να μου πει πως ξέρει τη λύση για να σταματήσω να τρέμω. Δώσε αγάπη μου λέει. Αλλά πρόσεξε μην μπερδευτείς με την έννοια της αγάπης έτσι όπως κυκλοφορεί στην αγορά. Μάθε να αγαπάς όπως σε αγαπάει ο Χριστός. Θυσιαστικά και με ανιδιοτέλεια. Ανέβηκε στο Σταυρό για εσένα και για εμένα χωρίς να ζητήσει κανένα αντάλλαγμα. Παρά μόνο ένα. Την αθανασία και την αιωνιότητα. Κι αυτή όχι για τον ίδιο , αφού εκείνος έτσι κι αλλιώς τα είχε. Αλλά για να τα χαρήσει στο θνητό κορμί μου, που λιώνει μέσα στη φθορά της καθημερινότητας.

Όσο περισσότερο θα χαρίζεις αγάπη στον “άλλο” στον “ταπεινό” αυτής της γης και θα ξεφύγεις από τα στερεότυπα της διαφορετικής θρησκείας, χρώματος, φύλου, κοινωνικής καταγωγής κ.ά. τότε θα αρχίσεις να νιώθεις πως ήδη κοινωνείς Παράδεισο. Γιατί ο Ιωάννης φοβάται την Κόλαση. Φοβάται την ακοινωνησία με το Θεό.Αυτό είναι η Κόλασή του. Κάθε φορά που νομίζω πως ο κόσμος ολάκερος είμαι “εγώ” και μόνο “εγώ”. Δεν μπορώ να βρω χώρο για τον “έτερο” για τον “διαφορετικό”. Δεν με αφορά το “εμείς”. Πόσο πιο κολασμένη ζωή μπορώ να φτιάξω σκεπτόμενος τόσο εγωιστικά; Ήδη είμαι νεκρός. Χωρίς αισθήματα και χωρίς την παρουσία της εικόνας του Θεού στον φτωχό μικρόκοσμο μου.


Μη φοβάσαι να ρισκάρεις χαρίζοντας αγάπη. Μην περιμένεις να πάρεις πίσω. Εσύ δώσε και αφέσου στη χάρη του Θεού. Εκείνος ξέρει τα υπόλοιπα!


π. Ι.Κ. 

Τρίτη 2 Αυγούστου 2016

Ημερολόγιο δεκαπενταυγούστου vol. 2



 "Προστασία και σκέπη"

Όλη μας η ζωή βουτηγμένη στην ανασφάλεια. Ατέρμονες προσπάθειες να δημιουργήσουμε προϋποθέσεις μια ζωής με το λιγότερο ρίσκο. Φόβος για το αύριο, φόβος για την υγεία, φόβος για τη δουλειά, φόβος για το άγνωστο. Σε αυτούς τους φόβους πατάει μια ολόκληρη βιομηχανία που προσπαθεί να πουλήσει τα πακέτα της “ασφάλειας” δήθεν για να μας προστατέψει από την “κακιά στιγμή”. Μάταια όμως. Μύρια τόσα τα παραδείγματα που καμία “ασφάλεια” δεν μπορεί να τα καταφέρει, όταν η ζωή μας δείχνει την άσχημη πλευρά της. Κι ας πούμε πως ό,τι έχει να κάνει με τα υλικά μπορεί κάπως να διευθετηθεί. Εκεί που ο κόσμος φεύγει κάτω από τα πόδια μας είναι στα θέματα της υγείας μας, σωματικής και ψυχικής. Όταν η αρρώστια χτυπήσει την πόρτα μας, τότε ακόμη κι ο πιο δυνατός αρχίζει να τρέμει από τον φόβο και την αβεβαιότητα. Όσες τραπεζικές καταθέσεις κι αν έχεις δεν μπορείς να αγοράσεις ούτε το κουράγιο , ούτε την υγεία.

Και τότε σα να ξυπνάς από ύπνο βαθύ, έναν παραταιταμένο λήθαργο και βλέπεις μπροστά σου την πραγματική “ασφάλεια” για τη ζωή σου. Χρειάστηκε να χάσεις τα αυτονόητα και δεδομένα της ζωής σου για να συναντηθείς με την “Προστασία και Σκέπη” ολόκληρου του ανθρώπινου γένους. Φιγούρα απλή, πρόσωπο πράο και γαλήνιο, μάτια γεμάτα από παρηγοριά και ελπίδα. Η ματιά της και η ματιά σου σε συνάντηση με το αιώνιο, για να σε απαλλάξει από το φόβο του πρόσκαιρου. Ξάφνου νιώθεις πως η φθορά στο σώμα σου δεν είναι ικανή να σε αιχμαλωτίσει στο γήινο περιβάλλον στο οποίο κλήθηκες να ζήσεις μέρος της αιωνιότητας που σου ανήκει. Σταθμός η ζωή, κι εσύ ταξιδευτής σε ένα ταξίδι με καλές και κακές στιγμές. Εσύ δεν είχες καταλάβει πως σε όλο ετούτο το ταξίδι εκείνη η “Προστασία και Σκέπη” υπήρξε η συνοδοιπόρος σου. Ζούσες στην αυταπάτη της προσωπικής σου αυτάρκειας και αυταρέσκειας. Και να η στιγμή που το είδωλο γκρεμίστηκε. Αδύναμο ανθρωπάκι μπροστά στη φθορά. Τώρα αφέσου στην αγκαλιά της Μάνας μας. Αυτή και Προστασία, αυτή και Σκέπη. Εσύ παιδί. Βρέφος μέσα στην ασφάλεια της αγκαλιάς της. Άφησε τα δάκρυα της ικεσίας σου να σε πλημυρίσουν και να μαλακώσουν την πονεμένη σου ψυχή. Τα υπόλοιπα εναπώθησε τα στις πρεσβείες της και στο έλεος του Θεού!

π. Ι.Κ.


Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016

Ημερολόγιο δεκαπενταυγούστου vol. 1


Μήνας της Παναγιάς ο Αύγουστος. Μια άλλη πασχαλιά. Αυτή του καλοκαιριού. Κι όσο περισσότερο ανεβαίνει ο υδράργυρος, τόσο αυξάνει και η ζέση της πίστης στο πρόσωπο της Μάνας του Θεού και των Αγγέλων, μα και των ανθρώπων με τα χιλιάδες βάσανα και τα άπειρα δάκρυα. Παρακλητικός ο Αύγουστος. Χορός ικετών μιας πανάρχαιας δραματουργίας μπροστά στο εικόνισμα της Βρεφοκρατούσας, της Γαλακτοτροφούσας, της Πάντων Θλιβομένων Χαρά, της Παναγιάς του Χάρου. Κάθε εκκλησιά και μια εικόνα, κάθε εικόνα και μια δέηση, κάθε δέηση κι ένας λυγμός. Ο λυγμός ο δικός σου και ο δικός μου για την ανυμπόρια μας και για τα πάθη μας που μας γονατίζουν και μας κάνουν να νομίζουμε πως κάπου εδώ είναι το τέλος. Κι όμως κάθε φορά που κοιτάζω τα μάτια της Παναγιάς που μετρήθηκε με τον πόνο κι έγινε σύμβολο αιώνιο της μάνας που η καρδιά της έσταξε αίμα, αντικρίζοντας τον μονάκριβο της επάνω στον τραχύ σταυρό, τότε κουράγιο γεμίζει η καρδιά μου, τότε η ελπίδα διώχνει την απελπισία κι εγώ ξανά ορθώς παλεύω με τη βαρύτητα, με τα πάθη, με το σκοτάδι. “Θα νικήσεις” μου γνέφει και το βλέμα της βάλσαμο στον πόνο.


Το χωριό μας γέμισε κόσμο. Ήρθαν τα παιδιά και τα εγγόνια μας για να περάσουν τις μέρες των διακοπών εδώ που είναι λίγο πιο δροσερά από την πόλη. Χθες Κυριακή ήταν μαζί μας και ο δεσπότης μας. Μας ευλόγησε και μας νουθέτησε με τον λόγο του. Πήραμε την ευχή του για ξεκινήσουμε τη νηστεία μας και τον πνευματικό μας αγώνα ετούτες τις δεκαπέντε μέρες τις αφιερωμένες στην Παναγία. Ξεκινήσαμε σήμερα νωρίς το πρωί με τη Θεία Λειτουργία και το απόγευμα θα ψάλλουμε την Παράκληση. Έτσι κάθε μέρα, πρωί και βράδυ θα ενώνουμε την προσευχή μας με την προσευχή όλης της Οικουμένης για έναν κόσμο καλύτερο, γεμάτο από φως και ελπίδα! 

π. Ι.Κ.

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2016

Τρεις εικόνες.






Βλέποντας σήμερα το πρωί δύο φωτογραφίες από δύο διαφορετικές πόλεις, τη Μαδρίτη και το Τορόντο, από τις εκδηλώσεις υπερηφάνειας της LGBT κοινότητας, θυμήθηκα μια τρίτη η οποία τραβήχτηκε 52 χρόνια πριν. Στο μυαλό μου αμέσως έγιναν συνειρμοί που συνδέουν το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον, καθώς και την τόλμη που πρέπει να έχουν οι ηγέτες, αλλά και οι σκεπτόμενοι πολίτες για έναν κόσμο απαλλαγμένο από κάθε είδους έκφραση ρατσισμού. Δύο εκατομμύρια Ισπανοί βγήκαν στο δρόμο για να συμμετάσχουν στο gay pride, ενώ στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού το ίδιο έκανε και ο πρωθυπουργός του Καναδά Justin Trudeau.

Η τρίτη φωτογραφία ασπρόμαυρη και όχι τόσο χαρούμενη όσο οι δύο προηγούμενες, αλλά με έναν κοινό παρανομαστή : ρατσισμός και ανθρώπινα δικαιώματα. Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος , δίπλα στον μαύρο ηγέτη Martin Luther King στη Σέλμα της Αλαμπάμα να διαδηλώνουν κατά της ρατσιστικής νομοθεσίας των ΗΠΑ εναντίον των μαύρων. Αυτή του η εμφάνιση φιλοξενήθηκε στο εξώφυλλο του περιοδικού “LIFE” και αποτέλεσε ένα ισχυρό μήνυμα προς την αμερικανική κοινωνία, η οποία αντίκρισε ένα λευκό θρησκευτικό ηγέτη να αγωνίζεται για τα δικαιώματα των μαύρων. Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος, υπήρξε μια εμβληματική προσωπικότητα για όλο τον κόσμο. "Τολμηρός, θεληματικός, με πολλή φαντασία, πρωτοποριακός σε ρυθμό που δυσκολεύονται και οι προοδευτικοί ακόμα να παρακολουθήσουν, συχνά βρίσκεται μόνος του στους δρόμους τους οποίους χαράζει. Η μοίρα των πρωτοπόρων. Διαφορετικά, δεν θα ήταν πρωτοπόρος”, όπως έγραφε ο χρονικογράφος Παύλος Παλαιολόγος. Ο Ιάκωβος δεν φοβήθηκε τη μιζέρια και την μικροψυχία των τότε συντηρητικών κύκλων της εποχής του, οι οποίοι δεν άντεχαν τέτοιου είδους προσεγγίσεις στη διαφορετικότητα. "Σε μία εποχή όπου πολλοί από τους εξέχοντες θρησκευτικούς ηγέτες του έθνους παρέμεναν σιωπηλοί, ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος με θάρρος υποστήριξε το Κίνημά μας για την Ελευθερία και προχώρησε δίπλα στο Μ. Λ. Κίνγκ, ενώ συνέχισε να υποστηρίζει την ειρηνική κίνηση ενάντια στη φτώχεια, το ρατσισμό και τη βία σε ολόκληρη τη ζωή του” έγραφε η χήρα του Martin Luther King μετά το θάνατο του Ιακώβου. Σκέφτομαι πως αν ζούσε σήμερα θα έκανε ακριβώς το ίδιο, συμμετέχοντας σε κάποια παρόμοια πορεία διεκδικώντας ίσα δικαιώματα για τον κάθε άνθρωπο.  


Πενήντα χρόνια μετά, τα ίδια ακριβώς φαινόμενα της φτώχεια, του ρατσισμού και της βίας, αποτελούν στοιχεία της καθημερινότητας εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Ακραίες φωνές προσπαθούν να βάλουν στο περιθώριο κοινωνικές ομάδες απλά και μόνο γιατί οι ίδιοι δεν τους θεωρούν “δικούς” τους. Έχουμε όλοι ευθύνη στον πόλεμο κατά των φαινομένων ρατσισμού και βίας. Ακόμη και εκείνοι που θεωρούν τους εαυτούς τους μέρος αυτής της πολεμικής όπως η LGBT κοινότητα. Γιατί καλό είναι να απαιτείς για τον εαυτό σου, αλλά θα πρέπει κάποτε να βγεις από τα ρούχα του μονίμως αδικημένου και να ξεκινήσεις να σκέφτεσαι πως υπάρχουν πιο αδικημένοι και λιγότερο “χαρούμενοι” από εσένα σε τούτο τον κόσμο. 

π. Ι.Κ.

Κυριακή 1 Μαΐου 2016

Μεγαλοβδομαδιάτικο ημερολόγιο (4)


Σήμερα τα ξημερώματα “Χριστός Ανέστη εκ νεκρών” κι άλλη μια μεγαλοβδομάδα τέλειωσε. Η παρηγοριά του κατηχητικού λόγου του Αη- Γιάννη του Χρυσοστόμου για τους νηστεύσαντες και τους μη νηστεύσαντες, για τους αγωνιστές μα και τους ράθυμους βάζει τα πράγματα στη σωστή τους βάση. Δεν θα σωθείς επειδή είσαι εσύ ο δυνατός και ο τέλειος, αλλά γιατί ο αναστημένος Χριστός σε εξαγόρασε από την κατάρα του νόμου. Κανένας να μη φύγει με την αίσθηση της ενοχής από ετούτο το πανηγύρι της ζωής. Όλοι απόψε λουσμένοι μέσα στο ανέσπερο αναστάσιμο φως. Ξέχνα τους αριθμούς και το μέτρημα. Ξέχνα τους κανόνες που οι άνθρωποι φτιάξαμε για να θεραπεύσουν την αδυναμία της ολοκληρωτικής παράδοσης μας στο έλεος και στην αγάπη του Θεού. Σήμερα Ανέστη Χριστός κι όλα τα άλλα είναι φτώχεια και μιζέρια.

Από τα χθες το πρωί με την πρώτη Ανάσταση, αλλά και το βράδυ με τις εκατοντάδες λαμπάδες να φωτίζουν τη νύχτα και να κάνουν τα πρόσωπα να δείχνουν διάφανα και λαμπερά, όλα οδηγούν στη νέα πραγματικότητα που ξεπηδάει μέσα από τον τάφο. Πρέπει να έχεις αναμετρηθεί με το θάνατο για να καταλάβειις τι είναι η ζωή. Πρέπει να τον έχεις έχεις αγγίξει έστω και λίγο , για να νιώσεις πως η κάθε σου ανάσα είναι πολύτιμη και δοξολογική αναφορά στο δημιουργό σου. Δώρο η ζωή. Δώρο μοναδικό και πολύτιμο. Όσο χθες περνούσαν από μπροστά μου μικροί και μεγάλοι για να κοινωνήσουν Εκείνον, σκεφτόμουν πως μετά από δυο χιλιάδες χρόνια όλα ετούτη τη νύχτα, είναι τόσο μα τόσο ζωντανά. Για μένα αυτό είναι ο θαύμα. Έστω αυτή τη μια φορά το χρόνο , το βράδυ της Ανάστασης να θέλεις να νιώσεις τη γλύκα της παρουσίας Του μέσα στο σώμα σου. Σύναιμος και σύσωμος Εκείνου που σου χαρίζει την κάθε στιγμή, είτε αυτή είναι καλή , είτε είναι κακή.

Το γεμάτο αγιοπότηρο είχε αδειάσει. “Οσάκις αν εσθίητε τον άρτον τούτον και το Ποτήριον τούτο πίνετε, τον εμόν θάνατον καταγγέλλετε, την εμήν Ανάστασιν ομολογείτε”. Χριστέ μου, τούτα τα λόγια μόνο μέσα από το καμίνι της πίστης μπορούν να βγούν. Πρέπει να έχεις ερωτευτεί για να καταλάβεις αυτή την απολυτότητα των λέξεων. Ακριβώς όπως τότε που ο έρωτας σε κάνει να νομίζεις πως μπορείς να καταφέρεις το ακατόρθωτο, ακόμη και να νικήσεις το θάνατο. Και να που μπορείς...

Χριστός ανέστη καρδιά μου! Και μη φοβάσαι. Ζει Κύριος ο Θεός!

Τέλος



Σάββατο 30 Απριλίου 2016

Μεγαλοβδομαδιάτικο ημερολόγιο (3)


Ξημέρωσε Μεγάλο Σάββατο. Κοιτάζω από το παράθυρο και βλέπω τις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Θυμήθηκα τον ύμνο των τριών παίδων που θα ψάλλουμε σε λίγο, όπου ολάκερη η πλάση υμνεί τον Κύριο. Και πως αλλιώς θα μπορούσε να γίνει. Όλα υπάρχουν για ένα και μοναδικό σκοπό. Για να μου δείχνουν ποιος είναι ο δημιουργός και σε ποιον ανήκει η δοξολογία. Ο ήλιος, ο ουρανός, τα βουνά, τα φυτά, τα νερά, κάθετι που έχει μέσα του πνοή δημιουργίας μου ψυθιρίζει : “Τον Κύριο υμνούμε εις πάντας τους αιώνας”.

Η σκέψη μου τρέχει στη χθεσινή βραδυά. Η ευωδιά των λουλουδιών με αυτή της βροχής που έπεφτε όλη μέρα ακόμη έντονες. Ο επιτάφιος μας όμορφος και συνάμα λιτός. Έτσι όπως πρέπει να είναι η νεκρική κλήνη που φιλοξενεί των “πάντων διάκονο”. Λευκά και μωβ χρυσάνθεμα πλεγμένα από τα επιδέξια δάχτυλα των μυροφόρων γυναικών της κοινότητας μας. Όταν το πρωί μπήκα στο ναό για την ακολουθία και είδα το ποίημα των χειρών τους, είπα μέσα μου : “Όσο θα υπάρχετε εσείς , θα υπάρχει και η Εκκλησία”.

Ξάφνου πέρασαν από μπροστά μου όλες εκείνες οι γυναικίες παρουσίες με τις οποίες συνατηθήκαμε ετούτο το μεγαλοβδόμαδο στις ευαγγελικές διηγήσεις. Η Μάρθα με τη Μαρία, αδερφές του Λαζάρου, η πόρνη να εξιστορεί τη ζωή της στην ποιήτρια Κασσιανή, η Μαρία η Μαγδαληνή και τέλος η Μάνα μας, η Παναγιά του πόνου και του Χάρου. Όσο κι αν θέλουμε να τις έχουμε επίσημα στο περιθώριο τις γυναίκες τόσο εκείνες θα αποτελούν τον βασικό πυλώνα της κοινοτικής μας ζωής. Από το πρόσφορο , μέχρι τον ίδιο τον παπά που θα κληθεί να γίνει ο κορυφαίος της σύναξης. Τέτοια μεγάλη είναι η προσφορά της γυναίκας μέσα στην Εκκλησία.

Αυτό ήταν και το θέμα του κηρύγματος μου πριν την Αποκαθήλωση. Και καθώς μίλαγα και κοίταζα τα μάτια τους που στιγμές στιγμές βούρκωναν γιατί μάλλον σκέφτονταν πως κάποιες φορές ο σταυρός της ευθύνης της μάνας και της συζύγου μπορεί να είναι πιο βαρύς από αυτό που αντέχουν, ένιωσα να με χαϊδεύει από μια άκρη της εκκλησιάς το βλέμα της δικής μου μάνας. Όλη ετούτη τη μεγαλοβδομάδα είναι εδώ κοντά μαζί μου. Στέκεται πάντα στο ίδιο στασίδι με το βιβλίο που τις έκανα πριν χρόνια δώρο και το αγιοκέρι της για να διαβάζει τα λόγια της ακολουθίας. Πριν ακόμη χτυπήσει η καμπάνα με ρωτάει με εκείνη την απλότητα της : “Σήμερα από που θα αρχίσουμε;” “Όπως πάντα από την αρχή” την πειράζω και την αφήνω να φυλλομετρήσει το βιβλίο της.

Ήδη από τα χτες μύρισε Ανάσταση. Σήμερα το πρωί όλα στη Λειτουργία έχουν θρίαμβο. Νίκη της ζωής στο θάνατο. Κονταροχτυπήθηκε το πρόσκαιρο με το αιώνιο, και το αιώνιο έγινε πραγματικότητα και γεγονός αδιαμφησβήτητο. Σε λίγο οι δάφνες σαν τη βροχή θα πέσουν μέσα στην εκκλησιά κι όλα θα μιλάνε για τον αρχηγό της ζωής που δεν κατάφερε να τον κάνει δικό του ο θάνατος. Καλή Ανάσταση!



(Συνεχίζεται)