Κυριακή 16 Ιουλίου 2017

Ολοι για ένα χάδι...


Εδώ κι ένα χρόνο έχω έναν όμορφο σκύλο. Τον είπα Αργύρη γιατί τον βρήκα απένανατι από την εκκλησία των αγίων Αναργύρων που είμαι εφημέριος. Ήταν μέσα σε μια λακούβα και γύρω του άλλα τρία νομίζω κουτάβια που ήταν τα αδέρφια του. Εμείς δίπλα στης Μένης πίναμε καφέ. Τα κοίταξα ώρα πολύ και σχεδόν ήμουν σίγουρος πως ένα από τα κατούβια θα το έβαζα στη στενότερη οικογένεια μου. Πήγα κοντά. Με ακολούθησε κι ο Θέμης. Κατάλαβε πως ήμουν έτοιμος να διαλέξω. “Αρσενικό να πάρεις” άκουσα τη φωνή του. Χαμογέλασα, μάλλον γιατί δεν κατάλαβα ποια θα ήταν η διαφορά. Με μια γρήγορη κίνηση ο Θέμης μου έδειξε τον Αργύρη. Έγινε του λέω. Αυτό θα πάρω.

Δεν ζω στο χωριό. Έρχομαι μόνο τα σαββατοκύριακα. Όλη την υπόλοιπη εβδομάδα είμαι στη Θεσσαλονίκη. Ο Αργυράκος ήταν η παρέα μου τα βράδυα του Σαββάτου που πήγαινα στο μικρό μου διαμέρισμα μετά τον εσπερινό και την συνάντηση μελέτης με τους ενορίτες μου. Η παρουσία του ήταν μια απίστευτη εμπειρία. Πολλές φορές σκεφτόμουν αν εγώ νιώθω έτσι για ένα τετράποδο πλάσμα πόσο γεμάτοι θα νιώθουν όσοι μεγαλώνουν τα παιδιά τους και τα βλέπουν να μεγαλώνουν.

Ένα χρόνο μετά ο Αργύρης έχει γίνει γίγαντας. Τρέχει, παίζει, γαυγίζει και τελευταίως ερωτεύεται. Ακριβώς. Έφτασε πριν λίγους μήνες στο χωριό η “ελαφίνα”. Έτσι την είπαν τα κορίτσια του χωριού. Μικροκαμωμένη, με γαλανά ματάκια, και μυτούλα ροζ. Μοντέλο. Φοβισμένη πολύ τον πρώτο καιρό. Κανείς δεν ήξερε πως έφτασε μέχρι εδώ. Μάλλον κάποιος που την βαρέθηκε στην πόλη μας την άφησε. Δεν πειράζει. Εδώ είναι λιμάνι. Αγκαλιά. Η χαρά του Θεού. Μια ζωγραφιά του Παραδείσου.

Κι ο Αργυράκος έπεσε στα δίχτυα της μικράς. Τον έχασα από την αυλή. Νύχτα μέρα απο πίσω της. Κι εκείνη ο απόλυτος κυριάρχος του παιχνιδιού. Κάθε φορά που τον έβλεπα να έρχεται ίσα ίσα για να φάει και να ξεκουραστεί σκεφτόμουν πως τελικά όλοι οι νέοι είναι ίδιοι. Μπροστά στον έρωτα τίποτα δεν τους νοιάζει.

Χθες βράδυ μάλλον το αγόρι ήταν πολύ κουρασμένο. Από νωρίς ήρθε και ξάπλωσε μπροστά από την πόρτα. Είχε αρχίσει να βρέχει κι απολάμβανα τον ήχο της βροχής σε απόλυτη αρμονία με τη σιωπή της νύχτας. Ο Αργυράκος εκεί δίπλα στα πόδια μου αναστέναζε. Ποιος ξέρει. Ίσως να ονειρευόταν την καλή του. Ίσως και κάτι άλλο. Έκσυψα κι άρχισα να τον χαϊδεύω ενώ ταυτόχρονα τον πείραζα. Συνέλαβα τον εαυτό μου να του μιλάω όπως ίσως θα μιλούσα στο γιο μου για το πρώτο του κορίτσι. Νομίζω περισσότερο τον πείραζα. Ο Αργυράκος δεν έλεγε να κουνηθεί από τη θέση του. Απολάμβανε το χάδι, την αγάπη ακόμη και το δούλεμα. Ξάφνικα ένιωσα πως όλα τα πλάσματα του Θεού πεθαίνουμε για ένα χάδι. Για ένα χέρι που θα απλώσει πάνω μας όλη εκείνη την ενέργεια που θα κάνει το σώμα μας να ανατριχιάσει.

Καθήσαμε έτσι ώρα πολύ. Ο Αργύρης κοιμόταν ακούγοντας τη βροχή, νιώθοντας το χάδι μου, και βλέποντας στο όνειρο του την “ελαφίνα” να του χαμογελάει. Κι εγώ ήμουν χαρούμενος που ο Θεός μου χαρίζει τόσες, μα τόσες ευλογίες, εδώ στη δική μου ζωγραφιά του Παραδείσου!


Σάββατο 8 Απριλίου 2017

Ο φίλος


Κύριε, ο φίλος σου ο Λάζαρος είναι νεκρός...

Το πρόσωπο του Ιησού ξάφνου άλλαξε. Μια γαλήνια θλίψη απλώθηκε και τα μάτια βούρκωσαν στο άκουσμα της είδησης.

Είχαν φτάσει στη Βηθανία και οι δυο αδερφές του φίλου του, η Μάρθα και η Μαρία δεν μπορούσαν να σταματήσουν το θρήνο. Κύριε γιατί άργησες να έρθεις και δεν πρόλαβες τον αγαπημένο μας αδερφό;

Τις κράτησε για ώρα πολύ στην αγκαλιά του και τις έλεγε λόγια παρηγορίας. Δεν πέθανε αλλά κοιμάται, όπως και οι άλλοι που γύρισαν από το θάνατο στη ζωή.

Έχουν περάσει τέσσερις μέρες. Ήδη θα έχει αρχίσει να μυρίζει ακούει ο Κύριος να ψυθιρίζουν όσοι είναι κοντά στον τάφο του φίλου του. Μα εκείνος τώρα ατάραχος και γαλήνιος στέκει εκεί μπροστά με τα μάτια καρφωμένα στον ουρανό, σε έναν σιωπηλό διάλογο με τον Πατέρα.

“Λάζαρε βγες έξω” ακούγεται η φωνή του Ιησού από τη Ναζαρέτ. Φωνή Κυρίου επάνω στο θάνατο και τη φθορά. Δεν σταματά το Θεό ούτε κι αυτός ακόμη ο θάνατος.

Και να ο Λάζαρος δίπλα στο φίλο και στις αδερφές του κλαίει με δάκρυα χαράς κι ευγνωμοσύνης. Ιησού μου, φίλε αγαπημένε τι άλλο θαυμαστό άραγε έχεις να μας δείξεις;


Κι ο Κύριος εσιώπα...


Σάββατο 4 Μαρτίου 2017

Πέντε χρόνια μετά.



Σαν χθες ήταν όταν πριν πέντε χρόνια ήρθα για πρώτη φορά σε τούτο το χωριό, την Κοκκαλού. Έφτασα Παρασκευή απόγευμα για τους πρώτους Χαιρετισμούς στην Παναγία. Κουρασμένος και απογοητευμένος από την εκκλησιαστική πραγματικότητα την οποία είχα βιώσει τον τελευταίο καιρό. Αντιμέτωπος με την μικροψυχία και τον ρεβανσισμό κάποιων που πίστεψαν και ίσως ακόμη πιστεύουν πως η Εκκλησία είναι το τσιφλίκι τους κι αυτοί οι τσιφλικάδες. Ευτυχώς “ζει Κύριος ο Θεός” και ποτέ κανένας που αφήνει τη ζωή του στα χέρια Του δεν πρόκειται ποτέ να χαθεί. Μπορεί για λίγο να νομίζεις πως φτάνεις στα όρια της πίστης σου , ή ίσως ακόμη και της βιολογικής σου ύπαρξης, αλλά ακριβώς τη στιγμή που όλα είναι στο παρά ένα, έρχεται εκείνο το απαλό αεράκι της χάριτος Του και παίρνει μακριά την απελπισία και την θλίψη.

Μετά την δοκιμασία ο Θεός μου έκανε ίσως το μεγαλύτερο δώρο. Ετούτη την ενορία των Αγίων Αναργύρων. Ένα μικρό χωριό του νομού Θεσσαλονίκης, δίπλα στη λίμνη Βόλβη και κοντά στην Απολλωνία εκεί απ΄ όπου πέρασε και μίλησε ο απόστολος Παύλος. Πρέπει να είμαι ο τελευταίος διορισμός του μακαριστού Μητροπολίτη Ιερισσού Νικοδήμου, αφού λίγους μήνες αργότερα ο Θεός τον πήρε κοντά Του. Ας αναπαύεται η ψυχή του εκεί δίπλα στο ουράνιο θυσιαστήριο. Εκείνο το απόγευμα καθώς οδηγούσα από τη Θεσσαλονίκη για να έρθω στη νέα μου ενορία, σκεφτόμουν χιλιάδες πράγματα. Τα πρώτα χρόνια της διακονίας μέσα στην Εκκλησία όταν το 1995 χειροτονήθηκα στο Βόλο από τον τότε Μητροπολίτη Δημητριάδος Χριστόδουλο και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, την πρώτη μου ενορία των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στη Νέα Ιωνία , μετά την Παναγία Φανερωμένη του Χολαργού, τον Τίμιο Σταυρό του Βορειοδυτικού Λονδίνου, αλλά και τον Άγιο Νικόλαο στην Νέα Πέραμο. Δεν θυμάμαι πουθενά να μην έδωσα την ψυχή μου. Κάθε μια από αυτές τις ενορίες έχουν κομμάτι της καρδιάς μου. Αγάπησα τους ανθρώπους και δεν το κρύβω πως αγαπήθηκα σκανδαλωδώς κι από εκείνους σε βαθμό που μέχρι σήμερα μετά από χρόνια όταν επικοινωνούμε δεν μπορούμε να κρύψουμε τα συναισθήματα και τη συγκίνηση μας.

Στην Αγίους Αναργύρους όμως μπήκα κουρασμένος και αποκαμωμένος. Ακόμη τώρα θυμάμαι το βλέμμα της μητέρας μου, όταν της είπα πως αυτή τη φορά δεν πρόκειται να κάνω τίποτα σε αυτή την ενορία. Τα απολύτως απαραίτητα. Δεν άντεχα άλλο πόλεμο από κανέναν. Εκείνη δεν μίλησε. Με αγκάλιασε και με φίλησε όπως έκανε πάντα. Είμαι σίγουρος πως δεν πίστεψε κουβέντα από όσα είπα. Κι έτσι ξεκίνησα εκείνη την πρώτη Παρασκευή του Μάρτη να λέω τους Χαιρετισμούς μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας μας στο μικρό χωριό της Κοκκαλούς. Κοίταζα μέσα στα μάτια της κι ένιωθα από παντού να έρχεται μια αύρα γεμάτη ζεστασιά. Λίγο πριν το τέλος στο κήρυγμα κοίταξα για πρώτη φορά τα πρόσωπα όλως εκείνων που τώρα ήταν τα παιδιά μου. Πρόσωπα καθαρά, μάτια ζωηρά. Είδα μια αρχοντιά και μια ευγένια που μάλλον δεν την περίμενα. Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν περίμενα πως σε τούτο το μικρό χωριό ο Θεός θα μου χάριζε τόσες πολλές ευλογίες χωρίς να τις αξίζω. Κάθε φορά που έφτανα στο χωριό όλο και περισσότερο ένιωθα πως αυτές εδώ οι ψυχές ήρθαν στη ζωή μου για να ανάψει και πάλι η φλόγα της ιερατικής διακονίας που πήγε προς στιγμήν να σβήσει. Η διάκριση τους ήταν τέτοια που ούτε μια φορά δεν με ρώτησαν πως και βρέθηκα παπάς στο χωριό τους. Κι όμως αυτή τους η στάση ήταν το βάλσαμο που επούλωσε τις πληγές μου. Κι έτσι πέντε χρόνια μετά νιώθω πως εδώ σε τούτη τη μικρή γωνιά του Παραδείσου, μια χούφτα ψυχές ευλογημένες κι ένας παπάς αμαρτωλός γινόμαστε Κοινωνία, Οικογένεια, Ευχαριστιακή σύναξη και απολαμβάνουμε μύριες τόσες χαρές κι ευλογίες από το Θεό. Και είναι στη συντροφιά μας οι Άγιοι Ανάργυροι και η Αγία Κυριακή που στέκουν φρουροί άγρυπνοι.

Σε ευχαριστώ Κύριε!




Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2017

Συγγνώμη (Κυριακή της Τυροφάγου)



Η μεγάλη Σαρακοστή είναι η απελευθέρωσή μας από τη σκλαβιά της αμαρτίας, από τη φυλακή του "κόσμου τούτου". Και το ευαγγελικό  ανάγνωσμα αυτής της Κυριακής (Μτθ. 6, 14-21) θέτει τους όρους για μια τέτοια απελευθέρωση. 

Πρώτος όρος είναι η νηστεία - η άρνηση δηλ. να δεχτούμε τις επυθυμίες και τις ανάγκες της "πεπτωκυίας" φύσης μας σαν ομαλές , η προσπάθεια μας να ελευθερωθούμε από τη δικτακτορία της σάρκας και της ύλης πάνω στο πνεύμα. Για να είναι αποτελεσματική η νηστεία μας δεν πρέπει να είναι υποκριτική, δηλ. "προς το θεαθήναι". Να μη φαινόμαστε "τοις ανθρώποις νηστεύοντες", αλλά "τω Πατρί ημών εν τω κρυπτώ". 

Δεύτερος όρος είναι η συγγνώμη. "Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο Πατήρ υμών ο ουράνιος". (Μτθ. 6,14). Ο θρίαμβος της αμαρτίας, το κύριο σημάδι της πάνω στον κόσμο, είναι η διαίρεση, η αντίθεση, ο χωρισμός, το μίσος. Έτσι το πρώτο σπάσιμο σε αυτό το φφρούριο της αμαρτίας είναι η συγχωρητικότητα : η επιστροφή στην ενότητα, στην σύμπνοια, στην αγάπη. Το να συγχωρήσω κάποιον σημαίνει να βάζω ανάμεσα σε εμένα και στον "εχθρό" μου την ακτινοβόλα συγχώρεση του ίδιου του Θεού. Το να συγχωρήσω είναι να αγνοήσω το απελπιστικό αδιέξοδο στις ανθρώπινες σχέσεις και να το αναφέρω στο Χριστό. Συγώρεση πραγματικά είναι ένα πέρασμα τηε Βασιλείας του Θεού μέσα στον αμαρτωλό και "πεπτωκότα" κόσμο. 

Alexander Schmemann
"Μεγάλη Σαρακοστή" - Πορεία προς το Πάσχα  
Ακρίτας 1995 

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2017

Yalan Dunya






https://www.youtube.com/watch?v=ruwIaHpRaOI

Άκου τον ήχο από το κλαρίνο που κλαίει. Κλαίει και μιλάει με τον Ουρανό. Μιλάει ο Θεός μέσα από το παράπονο των ήχων. Το ούτι από κοντά γιατί δεν θλελει να χάσει ούτε μια νότα από αυτή την προσευχή. Αχ Θεέ μου ρίξε κι άλλο βάλσαμό στο πόνο μας. Γιάτρεψε μας τις ανοιχτές πληγές που στάζουν αίμα. Γιατί μας έκανες σαν εσένα αφού ήξρες πως εμείς δεν έχουμε τη δική σου δύναμη; Κάθε στάλα πόνου καίει την ψυχούλα μας. Το ξέρω είσαι πάνω εκεί και μας βλέπεις που πονάμε και υπόσχεσαι την Ανάσταση. Αργεί Θεέ μου; Νομίζεις πως αντέχουν ακόμη πολύ οι ώμοι μας;

Ετούτη η μουσική είναι η λαλιά η δική Σου. Λαλιά παραπονιάρικη κι ανατολίτικη. Δρόμοι αλλίωτικοι που σε πάνε σε μέρη που κανείς άλλος δεν γνωρίζει παρά μόνο η δική σου απεραντοσύνη. Θεέ μου συνέχισε να μιλάς μέσα από τους ήχους και τα χρώματα. Κλάψε κι εσύ μαζί μας. Γίνε ένα με τον πόνο μας για όλα εκείνα που μας κομματιάζουν, που μας κάνουν να μην ξέρουμε αν το μονοπάτι που ακολουθούμε είναι το σωστό. Όχι μην μας πεις τίποτα για το σωστό και το λάθος. Μόνο κλάψε μαζί μας. Γίνε ο φίλος που ξέρει να αγκαλιάζει και να πονάει...Αυτό...Μόνο αυτό...Τίποτε άλλο Θεέ μου!


Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

Εγώ ο Άσωτος



Με λένε Άσωτο. Τουλάχιστον έτσι έχω μείνει στην Ιστορία. Γεννήθηκα ένα πρωινό από τα χείλη ενός δασκάλου στην Παλαιστίνη. Ιησού τον ελέγανε και δίδασκε το Λόγο του Θεού. Όμως το έκανε με έναν τρόπο αλλιώτικο από όλους τους άλλους που κι εκείνοι ήξεραν το Λόγο του Θεού, αλλά τον δίδασκαν ή καλύτερα τον επέβαλαν ως Νόμο. Αυτός ο Ιησούς που ήταν γιος του Ιωσήφ και της Μαρίας έλεγε κάθε φορά που μιλούσε κάτι μικρές ιστορίες, κάτι σαν τα παραμύθια ή τους μύθους. Τις ιστορίες αυτές που τις λέγανε και παραβολές, μπορούσε να τις καταλάβει κι ο πιο απλός άνθρωπος.

Εγώ λοιπόν ο μικρότερος γιος ενός άρχοντα πήρα μια μέρα την απόφαση να φύγω από το σπίτι του πατέρα μου. Πήγα και του ζήτησα να μου δώσει εκείνο το κομμάτι από την περιούσια που ήταν δικό μου. Ο πατέρας μου δεν αρνήθηκε να κάνει αυτό που του ζήτησα. Ο δικός μου ο πατέρας ήταν διαφορετικός κάθε φορά που αυτός ο Ιησούς τον περιέγραφε. Δεν τιμωρούσε, αλλά αγαπούσε. Δεν φυλάκιζε, αλλά ελευθέρωνε. Έτσι πήρα όλα όσα ήταν τώρα δικά μου κι έφυγα για τόπο μακρινό.

Για πολύ καιρό ένιωθα πως ζούσα ένα όνειρο. Έκανα όλα όσα ήθελα χωρίς να χρειάζεται να δώσω λόγο σε κανέναν. Ξόδευα, αλλά και ξοδευόμουν. Το δεύτερο το κατάλαβα πολύ αργότερα. Το πρώτο σχετικά σύντομα, αφού η έλλειψη μέτρου με οδήγησε στην απόλυτη φτώχεια. Το αρχοντόπουλο έγινε χοιροβοσκός. Βέβαια πριν συμβεί αυτό χτύπησα πολλές από τις πόρτες των “φίλων” με τους οποίους είχα περάσει μέρες και νύχτες ξοδεύοντας τα χρήματα μου. Τότε που όλοι με κοίταζαν με θαυμασμό και έβρισκαν επάνω μου όλα τα καλά του κόσμου. Τότε. Τώρα όμως δεν ήμουν πια χρήσιμος κι έτσι η μια πόρτα έκλεινε μετά την άλλη.

Ένα πρωινό εκεί που καθόμουν και χάζευα το κοπάδι των χοίρων που έτρωγαν βουλιμικά τα χαρούπια που τους είχα δώσει, σκέφτηκα πως ετούτα τα πλάσματα έχουν τουλάχιστον τα χαρούπια για να χορτάσουν την πείνα τους. Εγώ ούτε καν χαρούπια. Θυμήθηκα τον πατέρα μου, το σπίτι, την ασφάλεια, τη θαλπωρή. Μέσα μου άρχισαν να πολεμάνε δύο σκέψεις. Δέξου την αποτυχία της επιλογής σου και γύρνα πίσω ζητώντας συγγνώμη από τον πατέρα σου κάνοντας μια νέα αρχή και η άλλη μείνε πίσω και μην νικηθείς από το αίσθημα της ήττας. Μέρες και νύχτες πάλευαν οι δυο κόσμοι. Η ταπείνωση μαζί με τη μετάνοια από τη μία και από την άλλη ο εγωισμός και η αυταρέσκεια.

Όταν πιάνεις πάτο δεν έχεις άλλη επιλογή από το να αρχίσεις να ανεβαίνεις προς τα πάνω. Κι εγώ ήμουν στον πάτο κι έπρεπε να αναδυθώ. Ξεκίνησα για το σπίτι του πατέρα μου. Είχα φύγει άρχοντας και επέστρεφα ζητιάνος. Περπάταγα κι έκλαιγα. Όχι δεν έκλαιγα γιατί ήμουν ξυπόλυτος και κουρελής. Αλλά αλήθεια μη με ρωτάτε γιατί έκλαιγα. Δεν ξέρω να σας πω. Ήταν αυτά τα δάκρυα που πέφτουν σαν την φθινοπωρινή βροχή που έρχεται για να ποτίσει την ξερή γη του καλοκαιριού. Πέφτουν οι σταγόνες και η γη αναπνέει.

Σχεδόν είχα φτάσει. Έβλεπα το σπίτι που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Είχα ετοιμάσει και όλα εκείνα που θα έλεγα στον πατέρα μου μόλις τον αντίκριζα : “Πατέρα δεν είμαι άξιος για να λέγομαι γιος σου. Πάρε με στη δούλεψη σου σαν έναν από τους εργάτες σου”. Πριν ακόμη προλάβω να τελειώσω τις σκέψεις μου, είδα να έρχεται σχεδόν τρέχοντας κατά πάνω μου ο πατέρας. Είχα καιρό να τον δω. Ήμουν στην αγκαλιά του και κλαίγαμε και οι δυο εκεί στη μέση του δρόμου. Τώρα ήξερα γιατί κλαίω. Ήταν τα δάκρυα της χαράς και της λύτρωσης. Πήγα να ψελλίσω τα λόγια της μετάνοιας μου που είχα ετοιμάσει, αλλά δεν πρόλαβα. Ήδη ήμουν πάλι το αρχοντόπουλο. Στολή, υποδήματα, δαχτυλίδι. “Ο γιος μου ήταν νεκρός και αναστήθηκε” φώναζε μέσα από τα κατάβαθα της ψυχής του ο πατέρας σε όποιον έβλεπε μπροστά του.

Κι άρχισε εκείνη την ημέρα το δείπνο της ευχαριστίας με το μόσχο το σιτευτό να θυσιάζεται για την επιστροφή του χαμένου προβάτου. Για την επιστροφή τη δική μου. Όμως πίστεψε με και τη δική σου. Ο Ιησούς δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα εύκολος ούτε καν σε αυτές τις τόσο απλές ιστορίες. Βλέπεις δεν έφτανε μόνο η δική μου επιστροφή και η άπειρη πατρική αγάπη. Χρειαζόταν κι ένας μεγάλος αδερφός που ήταν πάντα τύπος και υπογραμμός, αλλά και συνάμα μονοκόμματος και σκληρός. Εγώ δεν θα σας πως για τον αδερφό που δεν χάρηκε με την επιστροφή μου. Και δεν θα σας το πως γιατί ξέρω πως κι εκείνος χάρηκε, αλλά η ανθρώπινη αδυναμία της στιγμής δεν τον άφησε να το δείξει. Πάντα κάπως έτσι είναι μέσα σε μια οικογένεια. Μέσα σε ένα σπιτικό. Μέσα σε μια Κοινότητα. Το σημαντικό στην ιστορία μας είναι πως η πόρτα και η αγκαλιά ήταν ανοιχτές.

Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω...





Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

"Ευλογείτε, πάχναι και χιόνες τον Κύριον"


Αυτή η αίσθηση του πρωϊνού ξυπνήματος έχει μια γλύκα αλλιώτικη. Παντού ησυχία και ίσως το μόνο που την διακόπτει να είναι το ξυπνητήρι του διπλανού διαμμερίσματος στις 6 ακριβώς. Μια φευγαλέα ματιά στο tablet, και αμέσως μετά στην κουζίνα για τον καφέ. Διπλό ελληνικό μέτριο.

Το σημερινό πρωϊνό είναι ακόμη πιο όμορφο. Έξω όλα σκεπασμένα από το χιόνι. Λευκή σιωπή. Εδώ και μερικές μέρες παγωνιά και χθες άρχισαν οι χιονονιφάδες να πέφτουν πυκνές, μέχρι που τα σκέπασαν όλα. Αυτοκίνητα, δρόμους, μπαλκόνια, πάρκα. Το απόγευμα βγήκα να ζήσω το δρώμενο εκεί στους δρόμους της γειτονιάς μου. Το χιόνι ακόμη μαλακό, το άκουγα να τρίζει απαλά κάτω από τις μπότες μου. Κάτω από το σπίτι η Χαρά με το κοριτσάκι της έφτιαχναν το δικό τους χιονάνθρωπο. Η φατσούλα της μικρής γεμάτη από τη χαρά του πρωτόγνωρου.

Παρακάτω στο πάρκο γέλια και φωνές από κορίτσια κι αγόρια που έπαιζαν χιονοπόλεμο. Κάθησα και χάζευα. Ήταν τόσο όμορφο αυτό το θέαμα της ανεμελιάς. Κανείς δεν σκεφτόταν πως ίσως αύριο όλο ετούτο το σκηνικό να είναι πιο δύσκολο με παγωμένο το χιόνι και την αδυναμία των αυτοκινήτων, ίσως και τη δική μας να μετακινηθούμε. Αλλά τι σημασία έχει. Το τώρα είναι το σημαντικό. Τα γέλια των αγοριών και των κοριτσιών, το πρωτόγνωρο της μικρής κόρης της Χαράς και η λευκή βραδυά που σιγά σιγά θα ερχόταν να ξαπλωθεί πάνω από την πόλη μας, τη Θεσσαλονίκη.

Γύρισα σπίτι. Κοίταξα στον καθρέφτη καθώς έβγαζα το πανοφώρι και το μάλλινο σκούφο μου. Τα γένια μου λευκά από τα χιόνια που είχαν καθήσει επάνω. Μου άρεσε ετούτη η εικόνα. Θυμήθηκα κάτι παλιές ταινίες με εκείνους τους οδοιπόρους μέσα στα χιόνια. Άνοιξα την τηλεόραση να δω τί γίνεται στον κόσμο. Παντού σχεδόν το ίδιο σκηνικό. Το χιόνι ήρθε και συνάντησε ακόμη και τα πιο απίθανα μέρη. Παραλίες και νησιά που χρόνια είχαν να δούνε κάτι παρόμοιο. Εικόνες από τους καταυλισμούς των προσφύγων στη Λέσβο. Εκεί δεν χαμογελάς. Εκεί σκέφτεσαι. Αναρωτιέσαι. Προσπαθείς να βρεις τη δική σου ευθύνη σε ετούτες τις εικόνες των μικρών παιδιών που ψάχνουν να βρουν μια ζεστή γωνιά. Δύσκολα βρίσκεις απάντηση...

Σε λίγο θα αρχίσει να ξημερώνει. Περιμένω να ξυπνήσει ο φίλος κι αδερφός που ζει στην άλλη άκρη της Ευρώπης για το πρωϊνό μας κουβεντλόϊ στο skype. Μεγάλη ανακάλυψη. Απαλύνει τον πόνο της απόστασης. Βλέπεις το πρόσωπο, ακούς τη φωνή και ξεχνάς πως έχει περάσει πάνω από χρόνο που έχεις να τον δεις από κοντά. Θα πούμε για τα όσα συμβαίνουν στις ζωές μας, στους τόπους μας, στην καθημερινότητα μας και θα συνεχίσουμε να ζούμε το τώρα, ελπίζοντας πως ο Θεός θα μας χαρίσει και το αύριο.

Κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Ακόμη σιωπή. Τα χείλη μου αρχίζουν να σιγοψάλλουν : Ευλογείτε, πάχναι και χιόνες, αστραπαί και νεφέλαι τον Κύριον”.

Καλημέρα όμορφε, λευκέ κόσμε!